Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Οι Αναμάρτητοι

Σήμερα Πρωτομαγιά το στεφάνι πλεγμένο από τα παιδικά μου χέρια με χρώματα από τα αγριολούλουδα των βράχων, τις μαργαρίτες, τις παπαρούνες, κρεμασμένο στο ανώφλι του πατρικού μου σπιτιού, ο ήλιος να λάμπει, η ατμόσφαιρα να χαμογελά κι εμείς να παίζουμε ξέγνοιαστα απολαμβάνοντας το μεγαλείο της φύσης. Αυτά αφήσαμε… και όμως μείναμε αναμάρτητοι…
Οι αναμάρτητοι,
Το κορίτσι και τ’ αγόρι προχωρούσαν αγκαλιασμένοι στη ζούγκλα με οδηγό τους τ’ αχνάρια του μονοπατιού που είχαν αφήσει τα τεράστια ξανθά μερμήγκια, αυτά που ξεγύμνωναν τα δένδρα από τα φύλλα τους. Στα χέρια τους κρατούσαν ματσέτες κι άνοιγαν δρόμο στην πυκνή βλάστηση. Σε κάθε τους βήμα με το θρόισμα των θάμνων σηκωνόταν κουνούπια σα σύννεφο κι επιτίθεντο.
Για προστασία είχαν δέσει στην πλάτη τους μακριά άδεια τσουβάλια, έψαχναν για ξερόκλαδα να ανάψουν φωτιά στην καλύβα τους που ήταν φτιαγμένη από κορμούς δένδρων. Η σκεπή ήταν πλεγμένη από φύλλα φοίνικα. Αλλά πράμα παράξενο μερμήγκια δεν φαινόταν πουθενά.
-Μπορεί να τα έφαγαν οι ιθαγενείς, είπε το κορίτσι.
Ένα τεράστιο δένδρο γεμάτο καρπούς φάνηκε μπροστά τους.
-Για κοίτα ένα αρτόδενδρο, είπε το αγόρι,
-Αυτό δεν είναι αρτόδενδρο αλλά το στοιχειωμένο δένδρο, λέγεται χίκαρα, τα φρούτα του μοιάζουν σαν κολοκύθες αλλά στην πραγματικότητα είναι νεκροκεφαλές, είπε το κορίτσι…
-Είναι ο απαγορευμένος καρπός, σύμφωνα με την παράδοση των ιθαγενών Μάγια, ξανά είπε το κορίτσι.
-Καλύτερα να γυρίσουμε είπε το αγόρι, που είχε αρχίσει να φοβάται.
Η ζέστη ήταν φοβερή, σταμάτησαν να βουτήξουν στο μικρό ποταμάκι, ψάρεψαν με δόλωμα από σκουληκάκια που έβγαλαν από το χώμα σε αγκάθια δεμένα σε σχοινί από ρίζες αυτές που κρέμονται απ’ τα ψηλά κλαριά των δένδρων.
Άναψαν φωτιά τα ξερό-κλαδιά έψησαν τα ψάρια, έστω κι ας είχαν μια μυρωδιά βρεγμένης γης.

Κοιμήθηκαν στην καλύβα τους αγκαλιά, κουκουλώθηκαν με την κουνουπιέρα, οι νυχτερίδες πετούσαν γύρω τους, τα ποντίκια χάθηκαν από τον φόβο.
Τι δύναμη έχει η έλξη, το εσύ κι εγώ, η αγάπη, η καταπράσινη φύση, η ξεγνοιασιά έτσι όπως οι πρωτόπλαστοι, τι όμορφα που έφτιαξε ο Θεός τον κόσμο, μα και την σκέψη της ελπίδας για αύριο: έχει ο Θεός!
Κι όλα αυτά πριν την αμαρτία!
Αφού δεν δοκίμασαν να κόψουν τον απαγορευμένο καρπό.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης







6 σχόλια:

Μαριάνθη είπε...

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!!!
ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ.

Μηθυμναίος είπε...

Το εσύ κι εγώ, φίλε μου, το «μαζί» αυτό είναι η δύναμη… ας του την ξαναδώσουμε!
Η φύση μας χαρίζει τόσα ωραία πράγματα… ας τα ξαναβρούμε για να κάνουμε τη ζωή μας πιο απλή… κι ας αμαρτάνουμε που και που… άλλωστε «Ουδείς αναμάρτητος»!

Ας απλώσουμε τα χέρια λοιπόν κι ας ανοίξουμε τις καρδιές μας... ίσως έτσι να γίνεται η ζωή μας πράξη...

Σου εύχομαι ένα Μάη μήνα χαρούμενο κι ευωδιαστό!!!

Αστοριανή είπε...

...
γνωρίζω ότι πάς για...ύπνο ενωρίς!
Ξενυχτίσαμε,
για τα νέα
που άλλοι χάρηκαν (!!!)
άλλοι φοβήθηκαν πιο πολύ...

Γαβρίλη μου,
όμορφο το "μη αμάρτημα"!
για τ' άλλα: "έχει ο Θεός!

χαιρετισμούς,
Καλό μήνα,
Υιώτα

pylaros είπε...

Καλό Μήνα κι από εμάς αγαπητή μας Μαριάνθη.


Ευχαριστώ
χαιρερτισμούς σε όλους σας

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Οι ευχές σου φίλε μου, αληθινές ολοκληρωτικές,

Αχ! αυτό το μαζί κάποτε με τρέλεναι, μετά άρχισε να γίνεται δικό μου και δικό σου, μετά έρχονται οι ιεροκύρηκες και μου λένε αν αν θέλω να ελευθερωθώ από την προπατορική Αμαρτία και μου παρουσιάζουν γραφές και βιβλία, τους αντιμιλώ τους λέω ότι δεν υπάρχει αμαρτία είναι όλα man made
φεύγουν και μου λένε θα γυρίσουν, Ναι να ρθήτε να συζητήσουμε ε! ακόμα τους περιμένω.
Ολοι αυτοί είναι Μάρτυρες του Ιεχωβά!
Αφού δεν φάγαμε τον καρπό του απαγορευμένου φρούτου άρα είμαστε αναμάρτητοι.
Μόνο φίλε μου που με τα χρόνια πάλι έρχεται μπροστά μου αυτό το εγώ το οποίο φέρνει τη μοναξιά γιαυτό ακόμα ψάχνω στα παλιά, ανούμαι να αφωμοιωθώ στην σύγχρονη κοινωνία, άμα το σκεφτεί κανείς και να θέλει να γίνει ένα δεν μπορεί, δεν κρατάνε τα κότσια...
Καλό Μήνα ο Μάης ο καλύτερος μήνας
Ευχαριστώ

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Υιώτα,

Όπως λες κι εσύ για τα άλλα έχει ο Θεός,

¨Οχι δεν είχα πάρει είδηση τίποτα αλλά το έμαθα με τις πρωινές ειδήσεις, οπότε κοιμήθηκα τον ύπνο του δικαίου.

Χαιρετισμούε

Γαβριήλ .
υ.γ.


Πήγες στον Κέφαλο;