Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

Ανακεφαλαίωση

                                                                     Ανακεφαλαίωση,
 
Κάποτε τα παλιά χρόνια που δεν ήταν της μόδας οι υπολογιστές έγραφα σε χαρτί, σε σελίδες που τις πέταγα σε κάποια γωνιά μέχρι να έρθει η ώρα τους να καθαρίσω την γωνιά.  Τότε τις μάζευα τις έβανα σε κάποια τάξη, εν τω μεταξύ αγόρασα υπολογιστή και αντέγραφα τις σελίδες σε υπολογιστή, μετά έψαχνα για εκδότη. Όμως η τιμή δεν μου επέτρεπε, έτσι αρκέστηκα ότι μπορώ να κάνω μόνος μου, έκδωσα     αρκετά βιβλία. Τα έστελνα παντού έτσι ένας φίλος απ’ τον Καναδά μου ζήτησε μερικά διηγήματά μου να τα βάλει στην Ιστοσελίδα του, θα πρέπει να ήταν γύρω στο 2006, ήταν τότε που δεν είχα  δική μου προσωπική ιστοσελίδα. Όμως  χάρη τις προτροπές και την βοήθεια του φίλου Στράτο απέκτησα δικό μου Μπλογκ το 2008
Έτσι προχθές ο φίλος απ τον Καναδά  μου τηλεφώνησε και μιλούσαμε ολόκληρη ώρα, μου έστειλε δε κι ένα απ τα άρθρα  μου που του είχε κάνει πολύ εντύπωση, μα και το Λινκ ώστε να μπω στην ιστοσελίδα του και να διαβάσω τα περασμένα.
Το όνομά του είναι Κώστας Δουρίδας   μπορείτε να κάνετε  κλικ στο      http://douridasliterature.com/axnaksera.html

Και θα σας ανοίξει μια σελίδα δικιά του για εμένα εποχή 2006
Να έχετε καλή εβδομάδα         

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ

Η βαριά σιδερένια σχάρα του εστιατορίου, που ήτανε πίσω από τον πάγκο έσταζε λίπος. Η φωτιά κάτω απ' το μαντέμι έκανε τ' αυγά που ψηνόταν πάνω της να χοροπηδούν, έμοιαζαν με ζωντανά όντα, ανακατεμένα με χοιρινό μπέικον τσιτσίριζαν σα να κλαίγανε τη μοίρα τους. Τα δάκρυά τους έσταζαν σε φόρμα λίπους, ξεχείλιζαν από τις άκρες του καυτού σίδερου, με πιτσίλιζαν και μου καίγανε τα σωθικά. Εκεί στην άκρη της ζεστής μαντεμένιας πλάκας, βρισκόταν ένας τεράστιος σωρός από βρασμένες, τριμμένες και μετά ψημένες πατάτες, μουσκεμένες με λίπος από μπέικον και πασπαλισμένες με ουγγαρέζικη πάπρικα. Πατάτες που σερβιριζόταν μαζί με τ' αβγά.
Σα σίφουνας ορμούν οι πελάτες, όλοι μαζεμένοι, τρέχουν να βρεθούν πρώτοι στην ουρά, αφού όλοι αρχίζουν δουλειά την ίδια ώρα, μερικοί προσπαθούσαν να προσπεράσουν για να σερβιριστούν πρώτοι. Ήταν μια γειτονιά της Νέας Υόρκης με πολλά εργοστάσια και οι πελάτες, οι περισσότεροι έπαιρναν το πρωινό τους να το φάνε κάπου έξω, βαδίζοντας στο πεζοδρόμιο, για να μην καθυστερήσουν, ή σε κάποια γωνιά του εργοστασίου.
Εδώ, στα γούστα τους, καθρεφτίζεται η προβληματική ανθρώπινη παραξενιά και ιδιοσυγκρασία.
«Εγώ, θέλω δυο αυγά χτυπητά με κρεμμύδια, πατάτες και μπέικον,» φώναξε ένας ταξιτζής, κάθισε στο σκαμπό και περίμενε να σερβιριστεί.
«Εμένα θα μου βάλεις τέσσερα ασπράδια από αυγά ομελέτα, όχι με πατάτες αλλά με κουρκούτι, και φρυγανιές σταρένιες ολικής αλέσεως,» είπε ένας χοντρός, κάθισε δίπλα στον ταξιτζή και περίμενε.
«Εγώ θέλω ομελέτα με αμερικάνικο τυρί, βάλε μου και αγγουράκια τουρσί, πατάτα σαλάτα, και κολ-σλοου,» φώναξε ένας εβραίος, μάζεψε το πανταλόνι του που ήταν έτοιμο να πέσει, κάθισε και φώναξε για νερό, καφέ κι άρχισε τη μουρμούρα για το πόσο αργεί να ετοιμαστεί η παραγγελία.
«Θέλω ένα αβγό σάντουιτς σε φρυγανιά με μπέικον, αλλά να μη σπάσει ο κρόκος.» Είπε μια όρθια παράξενη βιαστική ύπαρξη, που δούλευε καθαρίστρια σε σχολικό κτίριο της περιοχής.
Ένας Ιταλός εργάτης φώναζε: «Δυο αυγά χτυπητά με τηγανιτές πατάτες, σε Ιταλικό φραντζολάκι, θα το πάρω μαζί μου.»
«Δυο αβγά μελάτα, με καπνιστό χοιρομέρι,» φώναξε ένας που είχε χώσει τα μούτρα του σε μια ανοιχτή εφημερίδα. Κάθισε στο μικρό τραπεζάκι και περίμενε.
«Δυο αυγά μάτια με λουκάνικα. Δεν θέλω βούτυρο στις φρυγανιές μου, οι πατάτες να είναι ξεροψημένες.» Από κάπου ακούστηκε μια φωνή.
Η σερβιτόρα μου έφερε πίσω το πιάτο με τ' αυγά και μου είπε.
«Αυτή εκεί η χοντρή λέει ότι είναι πολύ ψημένα τ' αβγά, θέλει άλλα να είναι πιο ωμά. Πρόσεχε πάλι, αυτός εκεί ο εβραίος λέει ότι σε είδε να πιάνεις τη φρυγανιά με τα χέρια σου, δεν τη θέλει, δώσε του άλλη, βάλε και αυτά τα ρημάδια τα γάντια σου επιτέλους, γιατί σου τα φέρανε, να τα κοιτάς;»
Ένας Ισπανόφωνος μπερδεύτηκε στη γλώσσα, «θέλω τηγανιτές γαλλικές πατάτες.»
«Φτιάξε μας μια ομελέτα με μαρμελάδα και Γαλλικές φρυγανιές,» φώναξαν κάτι νεοφερμένοι Ιρλανδοί.
Η σερβιτόρα μου έφερε πίσω το πιάτο με τις τηγανιτές πατάτες. «αυτός ο Ισπανόφωνος λέει ότι του λείπουν τ' αυγά, θύμωσε μάλιστα.»
«Μα δεν μου είπε για αβγά,» τόλμησα να πω.
«Δεν πειράζει, βάλε του αβγά να τελειώνουμε.»
Μια παρέα από εργάτριες εργοστασίου φάνηκε, περικύκλωσαν τον πάγκο, «θέλουμε δέκα φραντζολάκια ζεστά με πολύ βούτυρο,» μου είπαν «και δέκα καφέδες με γάλα και ζάχαρη»
«Τους καφέδες θα τους πάρετε από τη σερβιτόρα,» τους είπα.
Η σπάτουλα στα χέρια μου ανεβοκατέβαινε σα μηχανή. Ο ιδρώτας μου, έσταζε μέσα στα πιάτα, για να μην ξεχνάω τις παραγγελίες δεν μιλούσα. Τα χαρτόνια με τ' αβγά άδειαζαν το ένα μετά το άλλο. Προσπαθούσα να βγάλω κι αυτή τη μέρα, με την καταπιεστική σκλαβιά, σώματος και νου, ενωμένους, πασχίζοντας να επιζήσω, στο κατεστημένο του μεροκάματου. Οι παραγγελίες γι' αβγά ερχόταν σαν αλυσίδα άγκυρας βαποριού, που γλιστρά να βρει τον πάτο της θάλασσας.
Μια άγρια συρτή σπαρακτική φωνή ξέσχισε τον αέρα. «Μη βαράς ρε! Έλληνας είμαι.» Γύρισα το κεφάλι προς την φωνή. Το αφεντικό είχε ρίξει έναν άνθρωπο στο πάτωμα και τον έδερνε. «Να και τούτη, να και την άλλη, που θα μου πεις ότι η πορτοκαλάδα μου είναι νερωμένη.» Βαρέθηκε να χτυπά, τον άφησε, σηκώθηκε από πάνω του, πέρασε τ' ανοιχτά δάχτυλά του σα χτένα για να στρώσει τα μαύρα μαλλιά του, ήρθε πίσω από τον πάγκο και μου είπε:
«Γιατί δεν ήρθες να βοηθήσεις;»
«Δηλαδή, να κάνω τι;»
«Να χτυπήσεις κι εσύ, εκεί σε χρειαζόμουνα,» δεν του απάντησα, εξακολούθησα να δουλεύω στο καυτό μαντέμι, ικανοποιώντας χιλιάδες ιδιοτροπίες, ανάμεσα στ' αβγά και στους ανθρώπους.
Όταν τελείωσα τη δουλειά είχε ήδη αρχίσει να σουρουπώνει. Το αφεντικό φώναξε τον πιατά να κατεβάσει τα ρολά της πόρτας και να κλειδώσει από μέσα. ’νοιξε τα χέρια του κι αγκάλιασε το ταμείο, έχωσε τα χέρια του στα εντόσθιά του κι άρχισε να μετρά τις εισπράξεις της ημέρας, αρχίζοντας από τα κέρματα και τελειώνοντας με τα πράσινα χαρτονομίσματα. Μια βλαστήμια ξέφυγε από το στόμα του. «Σήμερα δεν είχαμε τόσο πολύ δουλειά, όπως άλλες φορές.» Μετά με φώναξε και μου είπε:
«Κοίταξε να βρεις αλλού δουλειά, δεν κάνεις για το μαγαζί μου.»
Πέταξα τη βρώμικη ποδιά σε μια γωνιά, πήρα τα χρήματα του κόπου μου που μου έδινε με το βρώμικο χέρι του. Μετά φώναξε τον πιατά και του είπε να μου ανοίξει την πόρτα να φύγω και ξανά να κλειδώσει πίσω μου. Ήταν η γειτονιά του Μπάουρι της Νέας Υόρκης.
Ένα βάρος ξέφυγε από το στήθος μου. Τα χείλη μου άνοιξαν κι ένας βαθύς χαρούμενος αναστεναγμός όρμησε έξω, σφυρίζοντας για τη λευτεριά νου και σώματος.
Απ' τη χαρά μου έδωσα μια κλωτσιά στον αέρα και προσπάθησα να χαρώ τη στιγμή της λύτρωσής μου, κλείνοντας τα παράθυρα των υποχρεώσεών μου.
Χαρούμενος κατευθύνθηκα στο υπόγειο μετρό, στο σπίτι με περίμεναν με ανοιχτή αγκαλιά σε μια οικογενειακή ζεστή θαλπωρή, πήγα αποφασισμένος ν' απολαύσω τη λευτεριά μου μαζί τους, έστω και προσωρινός. 'Άφησα τις σκέψεις μου στο ντουλαπάκι του αύριο, για να χαρώ την παρούσα κατάσταση, αρνούμενος προς στιγμή να σκεφτώ ότι την ερχόμενη εβδομάδα νους και σώμα θα έβγαιναν παρέα για αναζήτηση δουλείας στα διάφορα γραφεία εργασίας της 8ης Λεωφόρου και 40 δρόμων της Νέας Υόρκης. 

 Γαβριήλ Παναγιωσούλης


8 σχόλια:

dennis kontarinis είπε...

Καλημέρα φίλε.
Οι συνηθισμένες σκηνές του εστιατορίου την ώρα της πολλής δουλιάς. Κι΄άντε να βρεις άκρη.
Νάσαι καλά.

pylaros είπε...

Καλησπέρα φίλε, Ντένη

Ναι ήταν συνηθισμένες σκηνές εστιατορίου, όμως γιατί την θυμάμαι αυτή την ημέρα, όπως θυμάμαι και την ημέρα που έφυγα απ' την Ελλάδα, απ' το χωριό μου
είναι στιγμές που άφησαν πάνω μου τα ίχνη τους.
Αυτή η ημέρα ήταν Κυριακή, τότε εργαζόμουν και τις Κυριακές, σε ένα μικρό Diner to Jones Diner Lafayette street and Broadway γειτονιά του Bowery της ΝΥ
Ήμουν καινούργιος στο κράτος θάχα 2 μήνες έπρεπε να δουλέψω για να ζήσουμε τρία μικρά παιδιά και γυναίκα, είχαμε έρθει όλοι μαζί.
Στην δουλειά αυτή με σύστησε κάποιος φίλος ναυτικός, από τότε έπαψα να πιστεύω σε λόγια και συστάσεις ομογενών.
Μετά φίλε πήγα στους 40 Δρόμους κι αγόρασα μια δουλειά δούλεψα στους 86 δρόμους και πρώτη λεωφόρο για 3 1/2 χρόνια... μετά μπήκα στο λούκι...

Αλλά γιατί τα θυμάμαι;
Είναι κι αυτό μια αρρώστια μου, όμως προσπαθώ και την εξαλείφω από το είναι μου, ώστε να σκέφτομαι ελεύθερα για το τι είμαι σήμερα.
Μάλλον είμαι παρατηρητής έτσι όπως άρχισα στην ζωή μου να παρατηρώ τα πάντα με το ένα πόδι στον τοίχο σαν Πελαργός, που ούτε καν το ήξερα.

Την καληνύχτα μου
Ευχαριστώ
Γαβριήλ

Αστοριανή είπε...

...το θυμάμαι!!!
μου είχε μείνει η ...κλωτσιά
και η ...χαρά της ελευθερίας σου,
έστω κι αν ήταν προσωρινή!

Όσο για τον Κώστα;

¨ολοι μας τον γνωρίζουμε και τον ευχαριστούμε που αξιολόγησε τις ώρες της μοναξιάς του με καταπληκτικό τρόπο.

Χαιρετισμούς σε όλους,
Υιώτα

nikol είπε...

Διάβασα την ανάρτησή σου χθες αλλά δεν ήθελα να αφήσω ένα βιαστικό σχόλιο !!! Πέρασα από την σελίδα του φίλου σου και που σταχυολόγησε τα διηγήματά σου και έκανε πολύ καλά που στόλισε την σελίδα του με τη γραφή της ψυχής σου !!! Τουλάχιστον αυτό καταλαβαίνω όσον καιρό σε διαβάζω ότι γράφεις απλά και απέριττα τα κομμάτια της ζωής χωρίς να τα πασπαλίζεις με επίθετα !! Μια αληθινή γνήσια φωνή ενός ανθρώπου χορτασμένου και γεμάτου !!Ανθρωπος που δεν άντεξε την σωματική και ψυχική σκλαβιά έστω και αν έμενε άνεργος..
Ευχαριστούμε που μας αφήνεις να κοιτάζουμε ελεύθερα στα βάθη της ψυχής σου !! Καλό ξημέρωμα!!!

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Υιώτα,
Πράγματι η δουλειά που έκανε ο Κώστας είναι εκπλκτική
Τον ευχαριστούε όλοι μας.

Ευχαριστώ που ακόμα θυμάσε την κλωτσιά της ελευθερίας μου, ¨αξιζε τον κόπο

χαιρετισμούς Δ.

Ευχαριστώ

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητή μο Νικόλ,
Μια ευχάριστη έκπληξη για εμένα από τα τόσα καλά λογια σου, προπαντός αυτό (Ευχαριστούμε που μας αφήνεις να κοιτάζουμε ελεύθερα στα βάθη της ψυχής σου)

Πράγματι στην αρχή ήταν τόσο δύσκολα από απόψεως μιας διαφορετικής κουλτούρας, το σύστημα τόσο βαρύ, ώστε συνηθισμένος από την Λατινική Αμερική δεν άντεχα.
Παίρνει αρκετό καιρό να μπει κάποιος στο "Λούκι"
Μετά δεν υπάρχει οπισθοχώριση.
Πίστεψέ με αγαπητή μου Νικόλ έχω γράψει πολλά διγήματάκια Βιωματικά συγκρίνω τρόπους ζωής, ανθρώπους και συστήματα που σε πληγώνουν, ή σε χαροποιούν, αναπολώ τις στιγμές της ευτυχίας μου, βρίσκω ειρήνη με το να γράφω, να εξιστορώ πιστεύω, όνειρα και ουτοπίες, μα και την πραγματικότητα, όλα αυτά μου γεμίζουν το είναι μου, αυτό που προσπαθώ να μεταδώσω στις σελίδες μου, αυτές που έχουν την τιμή να με ακούνε χωρίς διαμαρτυρία...

Όσο για τον φίλο Κώστα μιλάμε στο τηλέφωνο πάντα για τα περασμένα, αυτά που του έκαναν κι αυτού εντύπωση και τα δημοσίευσε στην ιστοσελίδα του.
Χίλα ευχαριστώ
πάντα με την αγάπη κι εκτίμησή μου

Γαβριήλ

nikol είπε...

Και μένα μου αρέσει πολύ Γαβριήλ να διαβάζω αυτές τις αληθινές ιστορίες ζωής γιατί είναι η πλούσια πορεία σου και να συνεχίσεις να το κάνεις γιατί είναι ευλογία να μπορείς να γράφεις καλά αλλά μέσα από την ψυχή σου!!!
Χαιρετισμούς στην οικογένεια που όλους σας έχω δει σε φωτογραφίες!!!

pylaros είπε...

Muchas gracias por lo de mi familia, es un honor para mi...
Αγαπητή μου Νικόλ,
Η ζωή συνεχίζεται όμως οι αναμνήσεις ή ας πούμε τα περασμένα είναι το αλάτι αυτό που δίνει τη νοστιμιά στο σήμερα.

Ευχαριστώ πολύ

με αγάπη

Γαβριήλ