Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Άνθρωποι!

                                                                       Άνθρωποι:
                                             
Στη ζωή υπάρχουν αντιθέσεις, εάν δεν υπήρχαν η ζωή θα ήταν μια βαρετή συνύπαρξη. Πιο πολύ τις βλέπουμε εμείς οι Έλληνες ομογενείς που ζούμε στο εξωτερικό μέσα σε πανσπερμία φυλών και χρωμάτων. Επίσης αισθανόμαστε τις αντιθέσεις κι αναμεταξύ μας, αν και είμαστε όλοι Έλληνες ομογενείς εν τούτοις ο κάθε ένας από εμάς έχει διαφορά γνώμης, πίστης, λατρείας, ακόμα και αγάπης, είναι μοναδικός, εγωιστής, δεν υπάρχει κανένας μα κανένας που να του μοιάζει, ούτε σε φάτσα,  ούτε σε πιστεύω, μα ούτε και στην αγάπη, είμαστε όλοι άνθρωποι.
Η ψυχή σου λαχταρά από αγωνία, όταν τα δάκτυλα σου κρατούν την πένα και γράφουν τις εμπνεύσεις του νου σου στο χαρτί, εκεί ανοίγει η πηγή των σκέψεών σου, και ρέουν σα ρυάκι γάργαρου νερού που ξεσκεπάζει τις ρίζες του τόπου σου. Κλαις, υποφέρεις από παιδική νοσταλγία. Γράφεις με τα ίδια ελληνικά γράμματα που γαλουχήθηκες, δεν τα ξέχασες. Είναι τα μόνα που δεν έχουν αλλάξει. Αποτυπώνεις τις σκέψεις σου σε χάρτινες σελίδες οι οποίες φιλικά προσκείμενες αντέχουν σε ότι γράφεις, τις γεμίζεις και τις πετάς σε μιαν άκρη με την ελπίδα δημοσίευσης κάποτε σε φόρμα βιβλίου. Σελίδες γεμάτα έρωτα, αγάπη, αναμνήσεις, σελίδες που εξυμνούν το δόξα εν υψίστης, άλλες μυρίζουν λιβάνι, άλλες λεν το πάτερ ημών, άλλες υμνούν την θεά Αθηνά, άλλες κατηγορούν, άλλες μισούν τις υπόλοιπες δια το πιστεύω τους. Έτσι όπως είναι τσαλακωμένες ξεχασμένες, σκονισμένες πεταμένες σε μια γωνιά μαλώνουν αναμεταξύ τους, κολλούν οι ομοϊδεάτισσες η μια με την άλλη, γίνονται φύλλα, εχθρεύονται τις άλλες, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι φτάνει μια καύτρα ανθρώπινου τσιγάρου, αυτού που καπνίζεις, αυτό που παίρνεις μια ρουφηξιά το βάζεις στο τασάκι, συν επαρμένος απ’ το γράψιμο το ξεχνάς, όταν το θυμάσαι είναι πλέον στάχτη. Η καύτρα του μπορεί να πέσει σαν ουράνιο αστροπελέκι για να χαθούν μια για πάντα.
Τι θα μείνει μετά; 
Μα ασφαλώς η στάχτη για όλες, αυτές που έγραφαν για αγάπη, για λιβάνι και λιτανείες, μα και αυτές που έγραφαν για το θάνατο της Υπατίας, ή την Αλεξανδρινή βιβλιοθήκη. Όλες θα χαθούν…
Θεέ μου! τι ουτοπία;                                
 Οι άνθρωποι τα πάθη τους, οι ιδέες τους, μοιάζουν σαν τα τσαλακωμένα χάρτινα φύλλα, συνυπάρχουν, μαλώνουν αναμεταξύ τους, δεν σκέφτονται ποτέ, ότι πάνω στη γη μας υπάρχει χώρος για όλες τις ιδέες, για όλους τους ανθρώπους, ότι και αυτοί οι ίδιοι, όσο διαφορετικοί και να είναι θα έχουν όλοι την ίδια τύχη, στάχτη!
Έτσι και τώρα γράφω μια σελίδα ακόμη και την παρατάω ορφανή στο κυβερνετικό στερέωμα,   λέω ίσως βρεθεί κάποιος-α  φίλος-η να την διαβάσει, κι αν τη διαβάσει ίσως ν’ αφήσει μια λέξει αλλά ίσως και όχι!!!
Ότι όμως και να  γίνει η ζωή συνεχίζεται ο πλανήτης μας εξακολουθεί να γυρίζει, εμείς οι φθαρτοί ανακυκλωνόμαστε κάθε λίγο και λιγάκι, φεύγουμε για κάθε έναν που φεύγει τελειώνει ο κόσμος, τότε είναι που αναλαμβάνουν δράση οι κοιμώμενες σελίδας, αλλά ίσως και όχι αναλόγως του καιρού και των περιστάσεων.   
Πάντως η ζωή είναι ένα αίνιγμα, αλλά πάλι όχι η ζωή, αλλά ο σκοπός της πάνω στη γη, είμαστε περαστικοί και μ’ όλα ταύτα ενεργούμε σα να είμαστε για πάντα…

                                          Γαβριήλ Παναγιωσούλης

    



Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Αβάνα, Κούβα


Eπί τη ευκαιρία του θανάτου του Φ. Κάστρο παραθέτω εμπειρίες, στην Κούβα
Κοίταξα απ’ το παράθυρο, καθρέφτες γύρω, γύρω, στην είσοδο κατέβαινες μερικά σκαλάκια, ήταν μια καφετέρια στο κέντρο της Αβάνας, απέναντι από το ξενοδοχείο της Αγγλίας μπροστά από το Βουλεβάρτο Ντελ Πράδο, όπου οδηγούσε στο Malecon, δίπλα από το πάρκο με το άγαλμα του Χοσέ Μαρτί. Η καφετέρια ήταν γεμάτη κορίτσια, νεαρά άτομα.
Ναυτικοί εμείς δεν ξέραμε πώς να αρχίσουμε, πως να δώσουμε γνωριμία. Είχαμε φύγει από τα παραλιακά μπαρ όπου πλεονάζουν οι γυναίκες της στιγμής και είχαμε ανεβεί προς το Καπιτώλιο, το κέντρο, έτσι να φύγουμε λιγάκι από τα λασπόνερα.
Ο Μανιάτης o μάγειρας του βαποριού δεν ξέρω πως τα κατάφερε κι έπιασε κουβέντα με την πιο ηλικιωμένη, μαζί της κουβάλησε και ένα μπουμπούκι, μικρή πιτσιρίκα, με φώναξαν κι εμένα πιτσιρίκος κι εγώ να κάνουμε παρέα. Είχε στα μαλλιά της ένα κόκκινο γαρίφαλο, άσπρη σαν το γάλα. Ήταν η αρχή στον παράδεισο του γαλαξία, στο να μάθεις τη νυχτερινή ζωή της Αβάνας, η αρχή του λούσου, της πολυτέλειας, πήγαμε σε κρυφά άγνωστα μέρη, ακούσαμε τυπική ορχήστρα της Κούβας, μας μάθανε τα πιοτά τους, το Ρούμι Matusalem και Bacardi, διάβαζαν το Bohemia, μας ταξίδεψαν με λιμουζίνα, σε αόρατα ξενοδοχεία, μας έδωσαν την εντύπωση, ότι όλη η Αβάνα γλεντούσε. Ήταν η αρχή, η μύησή μου στον κόσμο και την κουλτούρα της Κούβας, κάτι που κράτησε πολλά χρόνια.
Ήταν 10 Μαρτίου 1952 εποχή καρναβαλιού ο κόσμος χόρευε, όλη την νύχτα στις φημισμένες comparsas, εμείς οι ναυτικοί κοιτάζαμε ανακατεμένοι με τους ντόπιους θεατές μιας κοινωνίας που διασκέδαζε.
Ξάφνου τζιπ της αστυνομίας φάνηκαν και διέλυσαν το γλέντι.
Όλοι στα σπίτια σας φώναζαν έγινε επανάσταση. Γυρίσαμε στο καράβι, τι είχε συμβεί ο Fulgencio Batista, ήρθε απ’ το Μαϊάμι και κατέλαβε την κυβέρνηση του Carlos Príos Socaras.
Πέρασαν τα χρόνια, τέλη του 1958 η επανάσταση έβραζε οι επαναστάτες είχαν καταλάβει όλη την Κούβα. Ο γιατρός Carvajal γνωστός μου από τις συχνές επισκέψεις του στο Βαπόρι, ανήκε στο υγειονομείο της Κούβας, μου βρήκε μια θέση στο Anglo-american Hospital, είχα μια μικρή ενόχληση κι επέμενε να με πάρει μαζί του για ιατρικές εξετάσεις, είχε το ελεύθερο επικοινωνίας από τους συντρόφους του Κάστρο ένεκα της ιδιότητάς του ως γιατρού. Κάναμε βόλτες στην Αβάνα συζητώντας με τους κομπανιέρος που με τα όπλα στο χέρι μας σταματούσαν κάθε λίγο και λιγάκι, ήταν αυτοί που είχαν είδη καταλάβει την Αβάνα και περίμεναν να μπει ο Κάστρο ο οποίος ήταν στη Santa Clara. Ένας φίλος ανθυποπλοίαρχος στο βαπόρι ο Καπετάν Γεράσιμος Λουκάτος μου λέει: Σκέψου το καλά, αν πας στο νοσοκομείο μπορείς να κλειστείς μέσα και να μην μπορείς να ξαναφύγεις. Σοφά λόγια, φτάνοντας στο βαπόρι λέω του γιατρού, φίλε μου άλλαξα γνώμη, δεν θέλω να μείνω στην Αβάνα, φύγαμε την άλλη μέρα το πρωί για Καναδά… εποχή να ξημερώνει πρωτοχρονιά 1959
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Ημέρα Ευχαριστιών



Στην αρχή ήταν ένας, για πολλά χρόνια έκανε παρέα με την μοναξιά, αυτή που τούχε κολλήσει απ’ το χωριό  του τα Μαρκάτα Πυλάρου  λες και φοβόταν μην δεν ξαναγυρίσει. Βαρέθηκε την συντροφιά της, έτσι  σαν χελιδονόψαρο που πετά στον αφρό της θάλασσας, ταξίδευε για μέρες, νύχτες, χρόνια μέχρι που η θάλασσα τον βαρέθηκε και τον ξέβρασε σε μια στεριά.
Σε μια στεριά όπου δεν έτρωγαν γαλοπούλες αλλά  η τροφή τους βασιζόταν στο καλαμπόκι μια που και ο μύθος των προπατόρων τους μας λέει, ότι ήταν δώρο των θεών… σύμφωνα με την μυθολογία Μάγια.
Εκεί από ένας έγιναν δυο, μετά γίνανε πέντε.
Περνούσαν τις μέρες τους ξέγνοιαστα, φτωχικά, χαρούμενα, μέχρι τους θάμπωσαν τα κάλλη αυτά που προερχόταν απ’ το κράτος του  βορά. Πάμε κι εμείς να χαρούμε του πολιτισμού μας τα υλιστικά αγαθά.
Κι έφθασαν
Έχασαν την αθώα του συμπεριφορά, έπρεπε να παλέψουν για την αποκτήσουν αυτά που γυάλιζαν,  αλλά κατάλαβαν ότι  όλα αυτά δεν φέρνουν την ευτυχία.  Έδωσαν την προσοχή τους αλλού.
Έτσι η οικογένεια μεγάλωσε  από πέντε γίνανε 13 άτομα, όπως και κάθε χρόνο θεωρούν ότι είναι ευλογία Θεού  να μπορούν να συγκεντρώνονται όλοι μαζί να ευχαριστούν τον Θεό, μιμούμενοι τα του τόπου, απολαμβάνοντας το γεύμα γαλοπούλας.
Και να σκεφτεί κανείς έφυγε μόνος χωρίς παπούτσια,  η ζωή τον πήρε και τον δίδαξε τον έντυσε κι αυτός γυρνά το κεφάλι προς τα πίσω εκεί όπου ήταν γδυτός.
Τι παράξενη που είναι η  νοσταλγία, ο νους σε ταλανίζει όχι μόνο την σκέψη αλλά και το σώμα, αυτό που αρνείται να υπακούσει.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης




Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Ο Λέων Βασιλεύς



 Yesterday  evening, Saturday 12 of November 2016, we  went for a walk in downtown New York where dark of night never comes.  Our daughters treated us to see the theatrical Musical the Lion King and this gave us the opportunity to visit the City that Never Sleeps.




Χθες  βράδυ Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016  κάναμε μια βόλτα στο κέντρο της Νέας Υόρκης  εκεί όπου δεν βραδιάζει ποτέ!
Οι κόρες μας, μας προσκάλεσαν να δούμε το  θεατρικό Musical, Lion the King. Ο Λέων  βασιλεύς από όπου και οι φωτογραφίες..


  
Γαβριήλ  Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

Πωλείται:

                   Ο ήλιος της Πυλάρου, εξακολουθεί ν’ ανατέλλει.



Ο ήλιος μου, όχι, δεν είναι ο ίδιος με του γείτονα, αυτός είναι ο δικός μου ήλιος, είναι αυτός που βγαίνει δειλά, δειλά πίσω απ’ τη οροσειρά του καλόν-όρου, και τον χειμώνα πίσω απ τα βουνά της Ιθάκης,  ακριβώς απέναντι απ’ τα Μαρκάτα, απ’ το παράθυρό μου, το παράθυρο του πατρογονικού μου σπιτιού, εκεί όπου πρώτο-ανάπνευσα, είναι αυτός που με θάμπωνε κι έκλεινα τα μάτια μου, όταν ευτυχισμένο μωρό θήλαζα της μάνας μου το γάλα, είναι αυτός, που με θώπευε με τις ακτίνες του στα κρύα του χειμώνα, είναι αυτός που μεγαλώσαμε μαζί. Είναι αυτός που με το κρύο του χειμώνα έτρεχα να καθίσω απέναντί του να με ζεστάνει, η μόνη θερμότητα που υπήρχε.   Είναι αυτός που χρύσωνε τις θημωνιές, είναι αυτός όπου ωρίμαζε τα στάχυα. Είναι αυτός που κλαίγαμε μαζί όταν κρυβόταν πίσω απ’ τα σύννεφα, είναι αυτός όπου με το φως του έμαθα γράμματα, είναι αυτός όπου μου δώρισε κι εξακολουθεί να μου δωρίζει την σκιά μου, την ποιο πιστή σύντροφο της ζωής μου, είναι αυτός που με περιμένει να με ξαναδεί κάθε καλοκαίρι. Να χαρώ τα βουνά, τη θάλασσα, τον κάμπο, τις πέτρες, να μαζέψω λουλούδια, να τρέξω, να ιδρώσω, και τελευταία να με πάρει στην αγκαλιά του, τρέχοντας προς τη δύση, να μετρώ όπως τότε την απόσταση από την απέναντι βουνοκορφή πρώτα με την οργιά, μετά με τη σπιθαμή, μέχρι να δύσει, να χαθεί, να κοιμηθούμε μαζί στης νύχτας την αγκαλιά. Είναι τόσο δα λίγο αυτό που ζητώ, μια απλή σύνδεση με τα περασμένα, ένας άκοφτος ομφάλιος λώρος, ο ήλιος της Πυλάρου, ένα αιώνιο φωτισμένο μονοπάτι ελπίδας, όπου κάποτε μωρό μπέρδευα τα όνειρά με την φαντασία πλέοντας με βάρκα, στο λευκό ποτάμι του γαλαξία της νύχτας.
Πέρασαν τα χρόνια, σήμερα ξαναγυρίζω στα παλιά μου λημέρια, ο ίδιος ήλιος με καλωσορίζει, αλλά υπάρχει μια ερημιά που με φοβίζει. Τι απέγιναν οι τότε κάτοικοι, τι απέγιναν οι γείτονες, οι φίλοι, οι περισσότεροι έφυγαν με βάρκα στον Αχέροντα οι εναπομείναντες σκορπίστηκαν λες και ήταν άχερα  από θημωνιά, που αλώνιζαν τ΄ άλογα για   να κατακάτσει το σιτάρι  στο αλώνι,  άχερα  που πήρε ο άνεμος και τα σκόρπισε μακριά του,   λες και ήταν μια κάποια προφητεία  να ερημώσει,  το χωριό, λες και  δεν χωρούσαν στον τόπο μας.       


Σήμερα έσβησαν τα όνειρα, και εμείς σαν οι τελευταίοι προσκυνητές στον τόπο που γεννηθήκαμε σε αυτόν που αγαπήσαμε τόσο θωρούμε τα ερείπια, τις πινακίδες σπαρμένες σε κάθε γωνιά πωλείται,
Και ξαναφεύγουμε με μια πίκρα στην καρδιά.
Χάσαμε το παρελθόν μας, χάσαμε την ταυτότητά μας, και ξαναγυρνάμε σαν έρμαιο σαπιοκάραβο που κλυδωνίζεται από τα κύματα της παγκοσμιότητας.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης