Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Θα σε περιμένω:

Ο Νίκος από την Κίμωλο, ο Λοστρόμος από τη Σύμη, ο ναύτης από το Καρλόβασι Σάμου, κρατώντας την μπουκάλα ρούμι, ο Σαράντος από τη Μάνη, ο Γαβριήλ από την Κεφαλονιά κρατώντας το ποτήρι... ΕΒΙΒΑ !


Θα σε περιμένω!
Την πίστεψε, στη ζωή του ποτέ κανένας δεν του είχε πει αυτή τη λέξη.

Τα βαρούλκα του βαποριού δούλευαν με ένα εκκωφαντικό θόρυβο, έπρεπε η φόρτωση να τελειώσει, τα μεσάνυχτα είχαν βάλει αναχώρηση. Φόρτωναν καφέ σε τσουβάλια της ρίγας, η οχλαγωγία των εργατών, ο θόρυβος του ατμού που ξέφευγε από τα βίντσια, ο μάγειρας από την Χαλκίδα με το μουστάκι του, γλένταγε, τον κερνούσε στο σαλόνι ο πρώτος κι έφερνε μια δυο ζεϊμπέκικες στροφές.

Ο καπετάνιος κι αυτός είχε ανέβει στο φτερό της γέφυρας και παρακολουθούσε, την φιλενάδα του μια από την Χιλή, την είχε ξεπροβοδίσει, από πριν…

Ο πρώτος μηχανικός, ένας πειραιώτης κοντός το έπαιζε κάπως μάγκας φορούσε παπούτσια αργεντίνικα μυτερά με τακούνι, την δική του την είχε στείλει σπίτι της. Για εμένα μου φαινόταν παράξενο κουβαλούσε πάντα την ίδια, του έλεγα γιατί δεν αλλάζεις γυναίκα πάντα την ίδια κουβαλάς;
Μια ευχή σου δίνω να μην σου τύχει, κι εγώ μέσα στην ευτυχία της αγνωσίας μου τον νόμιζα τρελό.
Ο δεύτερος μηχανικός κατέβηκε στη μηχανή για προθέρμανση, ο ιδρώτας έτρεχε από τα πρόσωπα όλων μας, οι ναύτες περίμεναν να τελειώσουν οι εργάτες για να σενιάρουν το βαπόρι να κατεβάσουν τις μπίγες, να βάλουν σφήνες στους μουσαμάδες των αμπαριών, όλοι τρέχανε με μια βιασύνη λες δεν υπήρχε αύριο.
Μόνο αυτή δεν βιαζόταν καθόταν κάτω απ την κολόνα του δρόμου και με περίμενε.
Η σκέψη ότι κάποια με περίμενε με είχε αποξενώσει από τους άλλους συναδέλφους, ίσως να μην τους ενδιάφερε ή ζήλευαν, ή με θεωρούσαν αλήτη, όλοι αυτοί έδειχναν ότι δεν τους περίμενε κανένας, του μάγειρα η γυναίκα του το είχε δηλώσει, μην γυρίσεις δεν σε θέλω, κι αυτός έβγανε τον καημό του, πίνοντας ρούμι και χορεύοντας σόλο.
Η Ελλάδα πολύ μακριά, ένα δίλλημα, μια ψυχολογική κατάσταση όπου οι αισθήσεις υπερέχουν, ένα κλείσιμο στον εαυτόν σου, μια έλξη από το άγνωστο, μια έλξη από αυτό που δεν είχες γνωρίσει, και το έκανε τόσο ελκυστικό η περιέργεια της περιπέτειας.
Πετάχτηκα έξω απ’ το βαπόρι, με περίμενε, μετά από λιγάκι ακούστηκε η βραχνή σφυρίχτρα του βαποριού ξεκαθάρισε τη βραχνάδα της πετώντας γύρω της νερωμένο ατμό, που έπεσαν σαν στάλες αφύπνισης στη γέφυρα, κοίταξα το ρολόι μου ακόμη δεν ήταν μεσάνυχτα, ξανακούστηκε η σφυρίχτρα τούτη τη φορά τρεις μακρόσυρτες βραχνές, σημείο αποχαιρετισμού άρχισα να τρέχω να προλάβω, η πρύμη είχε ανοίξει με το όπισθεν, το βαπόρι κρατιόταν με έναν κάβο από την πλώρη, ο καπετάνιος με είδε χειρονομούσε από τη γέφυρα να βιαστώ, εν τέλει μου πέταξαν μια ανεμόσκαλα κι ανέβηκα.

Ο καπετάνιος με κατάλαβε, καλό παιδί από την Θεσσαλονίκη, το όνομά του Αλέκος, το επώνυμο τελείωνε σε ίδης, όταν ερχόταν η δικιά του μέσα χόρευαν στο σαλόνι Τουίστ… κι εγώ τους σέρβιρα καφέ, ποτό κι ότι άλλο έλεγε η ψυχή τους…
Κι αυτή επέμενε να με περιμένει κάτω απ' την κολόνα του φωτός, μαζί προσευχόμαστε να βρέξει ώστε να σταματήσει η φόρτωση, τούτη τη φορά δεν ακούστηκαν οι προσευχές μας, δεν έβρεξε.

Όχι δεν με περιμένει πλέον.
Σε ένα θαλασσινό δυστύχημα πνίγηκε… και ήταν τόσο νέα!
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

H δραχμή μας...













Ιονικές Δραχμές επί Ιταλικής κατοχής στα Επτάνησα




1941-42




Παραμονή πρωτοχρονιάς, περιμέναμε να μας κάνουνε τον μποναμά, ξάφνου ο πατέρας μου με φώναξε παράμερα και μου έκανε τον μποναμά, ένα κολλαριστό χαρτονόμισμα των 500,000 δραχμών ήταν τότε και αφότου είχαν φύγει για τον άλλο κόσμο οι κατακτητές Ιταλοί, πήραν μαζί τους και τα Ιονικά χαρτονομίσματά τους, οι γερμανοί είχαν φέρει τις πληθωρικές δραχμές.
Η χαρά μου μεγάλη δεν περιγράφεται, είπα να το φυλάξω, αλλά μετά πήγα στο μαγαζί και πήρα πολύχρωμες καραμέλες, από αυτές που έφερναν με το καΐκι από την Πάτρα οι μαγαζάτορες, τις μέτρησε μια, μια, μου τις έδωσαν από ένα γυάλινο βάζο, που ήταν εκεί στον μπάγκο δίπλα από τις παστές σαρδέλες και το στρατσόχαρτο, που από πάνω κρεμόταν αρμαθιές από σπάγκους από χορτάρι κιτρινωποί χλωμοί που χόρευαν στο φίλημα του αέρα που έμπαινε από την πόρτα, που έχασκε ορθάνοιχτη, φέρνοντας το φως μαζί και την παγωνιά, λες και ντρεπόταν, για το κατρακύλισμα της δραχμής στου μικρού παιδιού τα χέρια. Ο μπακάλης έκοψε ένα κομμάτι στρατσόχαρτο τύλιξε τις καραμέλες, ήταν χρώματος κοκκινωπό μα και κίτρινες και, πράσινες, τόσο λίγες χωρούσαν στην παλάμη μου, μέχρι να πάω σπίτι τις είχα φάει.
Μετά κυκλοφόρησαν τα εκατομμύρια, τα δισεκατομμύρια, μέχρι που στον ύπνο μου ονειρεύτηκα ότι είχα γίνει δισεκατομμυριούχος, και πράγματι όταν ξύπνησα μου είχαν δωρίσει δισεκατομμύρια δραχμές, ξανά πήγα να αγοράσω καραμέλες, τούτη τη φορά όμως δεν υπήρχαν, τις είχαν ανταλλάξει με καλαμπόκι, αυτό πού κάναμε μπομπότα, για να χορτάσουμε, αυτό που έφτανε από το Νιοχώρι κατοχής.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Θα γυρίσει:



Μπερδεμένα, καλώδια, μπερδεμένοι άνθρωποι,



Το αγιόκλημα σα φράχτης μας έκρυβα από τα μάτια αυτών που διάβαιναν από το δρόμο, σούρουπο, καθόμαστε στο παγκάκι της αυλής απολαμβάνοντας την καλοκαιρινή δροσιά αυτή που όλοι περιμένουμε μετά το ηλιοβασίλεμα. Η κολώνα του δρόμου μας κοίταζε από ψηλά σαν αχτένιστη κυρία.

Η Μαίρη η γειτόνισσά μας γύριζε απ’ τη δουλειά της, παρκάρισε το αυτοκίνητό της κάτω απ την κολώνα ένα παλιό τεράστιο Πόντιακ, χρώματος καφέ σκούρο, ήταν το ίδιο που οδηγούσε και ο άνδρας της. Kοντο-στάθηκε, μετά σα να άλλαξε γνώμη γύρισε προς τα πίσω και κοίταξε από το άνοιγμα της πόρτας της αυλής. Μας καλησπέρισε, έβγαλε μια φωνή είπε: Θα φύγω, θα τον χωρίσω. Τα δυο της κορίτσια μόλις είδαν το αυτοκίνητο έτρεξαν να την προϋπαντήσουν. Της κόπηκε η μιλιά, δεν πρόλαβε να τελειώσει το τι ήθελε να πει.
Με τον άνδρα της ήμασταν φίλοι, αν και γεννημένος εδώ, έμοιαζε σα να είχε έρθει μετανάστης τούτη την εποχή. Βέρος Τστσιλιάνο, Ιταλός από τη Σικελία. Μελαχρινός με μουστάκι.

Κατοικούσε στο διπλανό σπίτι μας χώριζε που λένε μια σπιθαμή γη. Η ίδια κολώνα μας τροφοδοτούσε ηλεκτρικό ρεύμα, καλωδιακή σύνδεση, τηλέφωνα, κλπ… Εργαζόταν σαν αφεντικό για τον δήμο Νέας Υόρκης της ομάδας ασφαλτόστρωση δρόμων. Η γυναίκα του κι αυτή ιταλίδα, όσο μεγάλωναν τα δυο κοριτσάκια τους η γυναίκα του δεν εργαζόταν.
Τα φαγητά τους μοιάζανε με τα δικά μας, θυμάμαι όταν ψέναμε στην πίσω αυλή μας αρνί στη σούβλα το Πάσχα πάντα τους καλούσαμε ήθελε για μεζέ το κεφάλι… Μεγαλώνοντας τα κορίτσια τους ο πατέρας στο πρώτο κορίτσι του βρήκε δουλειά σε δημοτικό νοσοκομείο, το δεύτερο πήγε στο στρατό στην Γερμανία. Μετά αφού γύρισε έγινε αστυνομικός. Έτσι ελεύθερο πια το ζευγάρι τους πήραμε παρέα και πήγαμε όλοι μαζί Ελλάδα, Αθήνα και στο χωριό Κεφαλονιά.
Όταν γυρίσαμε, ο φίλος μου βρήκε δουλειά της γυναίκας του πάλι σε δημόσιο νοσοκομείο… Ε! πως να το κάνουμε είχε δημόσιες κρατικές γνωριμίες.
Εκεί γνωρίστηκε, ευκαιρία ήταν, έτσι μια μέρα η Μαίρη εξαφανίστηκε, πήρε και το αυτοκίνητο μαζί της.

Στην δουλειά της όμως εξακολουθούσε να πηγαίνει.

Ο άνδρας της το πήρε βαριά, έπεσε σε μελαγχολία, όλο μας έλεγε θα ξανάρθει δεν μπορεί τόσα και τόσα χρόνια μαζί. Γονάτιζε και προσευχόταν κάθε μέρα, ζητούσε παρηγοριά, δύναμη, ελπίδα, από το κρύο άγαλμα της Παναγίας, αυτό που είχε στην πίσω αυλή του. Τον παρακολουθούσα, χωρίς να μιλώ … Η Κολώνα του δρόμου, που πάνω της στηριζόταν τα καλώδια ηλεκτρικού, τηλεφώνων, μα και αυτά της καλωδιακής τηλεόρασης, έριχνε ένα κιτρινωπό φως πάνω από το φράχτη της αυλής μου, έπεφτε πάνω στα πράσινα φύλλα από το αγιόκλημα κι έκαναν ένα τοπίο μελαγχολικό κάτι σα νυχτερινό ουράνιο τόξο. Στην κολώνα στηριζόταν ακουμπισμένος τα καλοκαιρινά βράδια ο φίλος μου, ήξερε ότι θα βγω από το σπίτι και με περίμενε. Έφερνε πάντα τη συζήτηση για εκείνη, ο πόνος του σπάραζε την καρδιά, μου έκανε την ερώτηση, λες να γυρίσει; Δεν περίμενε την απάντησή μου, την έδινε μόνος του γεμάτη ελπίδα, πρέπει να γυρίσει, όμως περίμενε από εμένα να την επιβεβαιώσω, για να αισθανθεί ότι αξίζει να ζει. Όμως ποτέ της δεν γύρισε.
Είχε σταματήσει να τρώει, να δουλεύει, είχε αδυνατίσει, πήγε στο γιατρό του βρήκαν όγκο στο κεφάλι, στο νοσοκομείο μόνο η κόρη του επισκέπτρια, πάει πέθανε ο φίλος μου, τον επισκέφτηκα για τελευταία φορά πριν τον καταπιεί η γη.
Τώρα στο σπίτι κατοικούν Φιλιπινέζοι, έχουν φτιάξει μια γυάλινη αυλή, κι έχουν φυτέψει μπανανιές και λουλούδια των τροπικών, είναι σα να θέλουν να συναγωνιστούν το αγιόκλημά μου…



Γαβριήλ Παναγιωσούλης









Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Έξω από τα σύνορα:

Όσο γερνώ τόσο μαθαίνω...



Στο γαλάζιο Μάτι






Ένα καινούργιο κράτος, μια νέα για εμένα γλώσσα με ρίζες πολύ παλιές, μια κόκκινη σημαία με τον μαύρο δικέφαλο αητό, Ιλλυριοί και Έλληνες ανακατωμένοι, κλειστά σπίτια, έρημοι δρόμοι, κλειστή εκκλησία, φιλόξενοι οι εναπομείναντες κάτοικοι, τεράστιες πεδιάδες, τρεχούμενα νερά, μια πηγή νερού το Γαλάζιο μάτι, αιωνόβια δένδρα, περιοχή Αγίων Σαράντα, μου εξήγησαν την παράδοση του θηρίου, που άφησε τα ίχνη του στα ψηλά βουνά και στις κακοτράχαλες ράχες, (κρίμα δεν την έγραψα) καφές και τσίπουρο για κολατσιό, μύγες και κουνούπια, όλα αυτά όταν και αφού περάσεις τα σύνορα της Ελλάδας. Στους Αγίους Σαράντα με τράταραν το παραδοσιακό τους γλυκό, ζούπα μα και όπου πήγαινα, ήμουν καλοδεχούμενος.

Με το ηλιοβασίλεμα στους μισοσκότεινους δρόμους της Χιμάρας λίγο πριν περάσεις το γεφυράκι τρεις γριούλες με τα μαύρα τσεμπέρια τους καθόταν στην άκρη του στενού πεζοδρομίου από εκεί είχε άνοιγμα με σκαλιά και κατέβαινε προς την θάλασσα, όπου θα πρέπει να ήταν το σπίτι τους. Μιλούσαν ελληνικά, όταν όμως πέρναγε κάποιος σταματούσαν να μιλούν, μόνο κοίταγαν. Μια ελληνική σημαία κυμάτιζε στο ύψωμα, ακριβώς απέναντι, το μονοπατάκι όμως που πήγαινε προς τα εκεί απότομο αν παραπατούσες θα γκρεμιζόσουν εκεί συναντήσαμε κι αρκετά τετράποδα μας κοίταζαν φιλικά.
Ένας άλλος κόσμος, η παραλία στο Λιβάδι γεμάτη πρόχειρες επιχειρήσεις μικρο-εστιατόρια προς εξυπηρέτηση αυτών που πάνε για μπάνιο, ρώτησα γιατί δεν κάνουν κάτι όμορφο γερό, όχι δεν τους ανήκει η γη ανήκει στο γκουβέρνο, έτσι χτίζουν κάτι προσωρινό γιατί αύριο μπορεί να τους πουν να φύγουν...


Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Σαν Πειρατής:



Παρακολουθώντας τις ειδήσεις σε ένα ντοκουμέντα του national Geographic πρόβαλαν το μέρος όπου οι έμποροι ναρκωτικών της Κολομβίας κρύβουν και κατασκευάζουν υποβρύχια με σκοπό να μεταφέρουν ναρκωτικά στις ΗΠΑ…

Αρχικά τα υποβρύχια ήταν απλά πλέανε κάτω από τρία πόδια νερό, μετά τα τελειοποίησαν να πλένε κάτω από 30 πόδια νερό. Το πλήρωμα ήταν 3 άτομα, ο καπετάνιος, ένας μηχανικός και ο συνοδός φορτίου.


Το λιμάνι αυτό μια «σπιάντζα» με ένα μόλο λεγόταν Τουμάκο μια ζούγκλα γεμάτη κανάλια, όπου η πυκνή βλάστηση έκρυβε τα σκάφη.

Με έκπληξη είδα ότι στο μέρος αυτό πριν πολλά χρόνια ταξίδευα κι εγώ ως πλήρωμα σε βαπόρι μεταφέροντας μηχανήματα, γενικό εμπόριο…
Μια καινούργια ναυτιλιακή εταιρία ναύλωσε το βαπόρι για ένα χρόνο. Ήταν Κολομβιανή μαζί με το Εκουαδόρ, λεγόμενη Grancolombiana de vaporεs, πρώτα ήταν μαζί με την Βενεζουέλα, μετά χώρισαν και της Βενεζουέλας ονομάστηκε venezolana de navegación.

Ταξίδια μας ήταν από βορρά προς νότο. Μέσα σε δέκα μέρες αλλάζαμε κλίμα από παγωμένο σε τροπικό. Ξεκινούσαμε από το Μόντρεαλ, Θρι Ριβερς, Κεμπέκ Καναδά, κι όσα μικρά λιμανάκια είχε ο ποταμός Άγιος Λαυρέντιος, μετά πηγαίναμε Βοστόνη ΗΠΑ κι από κει κατευθείαν Κολομβία.

Πρώτα το λιμάνι, Santa Marta, μετά το λιμάνι της Cartagena de Indias, τελευταίο το λιμάνι της Baranquilla το οποίο ήταν στην όχθη του ποταμού Rio Magdalena, του οποίου τα νερά δεν είχαν αρκετό βάθος για ένα φορτωμένο βαπόρι. Στην είσοδο του ποταμού "Vocas de Ceniza" εκεί ο ποταμός συναντώντας τη θάλασσα πάντα υπήρχε «Δεστία» μια αναταραχή του νερού όπου σήκωνε κύμα.
Όλα αυτά στην ακτή της Καραϊβικής. Περιττό να πω ότι για τους ναυτικούς ήταν σαν παράδεισος, εύρισκες ότι σου έλειπε στο πέλαγος. Το λιμάνι της Σάντα Μάρτα είχε μπαρ, γυναίκες που γύριζαν σαν φτερωτές φέλες γύρω από τους ναυτικούς, το λιμάνι της Καρταγένας ήταν γεμάτο από ας πούμε μικρό-απατεώνες, μα κι ένα καθολικό ‘κονβέντο’ Μοναστήρι πάνω στο λόφο
. Ο μανιάτης ο μάγειρας πούλησε τσιγάρα και Ουίσκι σε καλή τιμή, όταν πήρε τα πέσος και πήγε στην τράπεζα να τα κάνει δολάρια ήταν όλα κάλπικα.
Η Μπαρανκίγια ήταν ένα πολύπλοκο λιμάνι, υπήρχε μια μαύρη ζώνη από το μόλο προς την πόλη, μας λέγανε ότι ήταν επικίνδυνη, το ποτάμι με καφετιά βρώμικα νερά κατέβαζε πολλά σκουπίδια μέχρι και νεκρά ζώα, είχε πολλά νυχτερινά κέντρα, αυτό που θυμούμαι το Γαρδένια, μετά μας ξεμονάχιαζαν πιτσιρίκια και μας έδιδαν επισκεπτήρια κάρτες με διευθύνσεις οίκου ραπτικής, αν πήγαινες να σου ράψουν κουστούμι, ή από περιέργεια, σε περίμεναν γυναίκες, από εκεί έβγαινες χωρίς κουστούμι.
Μετά γύριζες στο βαπόρι, προσπαθώντας να καταλάβεις το νόημα της ζωής.

Όταν αναχωρούσαμε από την Καραϊβική περνούσαμε το κανάλι του Παναμά πλέαμε τον Ειρηνικό Ωκεανό προς νότο στο κολομβιανό λιμάνι της Μπουένας Βεντούρας, εκεί χανόμαστε μέσα στο χάος της συνοικίας Λα Πιλότα, από υπόκοσμο γυναίκες, τραγούδια, σε ρυθμό merecumbé όπως το (Rio Manzanares déjame pasar,) και το (si naciste sin corazón en el pecho, tú no tienes la culpa de ser así…) ακόμα και ο δρόμος ήταν γεμάτος κόκκινα λασπόνερα…

Μετά πλέαμε πάλι νότια προς το λιμάνι του Τουμάκο… κοντά στα σύνορα με το Εκουαδόρ. Ε! Αυτό ήταν ένας μόλος, μια ερημιά μέσα στη Ζούγκλα.
Μια φορά σε ένα λιμάνι του Περού ήρθε κάποιος στο βαπόρι και πούλαγε πιστόλια, Έτσι από περιέργεια, μαζί με άλλους πήρα κι εγώ ένα μαζί με ένα κουτάκι σφαίρες, ήταν Γερμανικής κατασκευής περίστροφο με μύλο των 22.

Εκεί λοιπόν στο Τουμάκο μας είπαν οι φύλακες του μόλου αστυνομικοί άμα θέλουμε να κάνουμε σκοποβολή μπορούμε να βγούμε στη στεριά και να σκοπεύουμε τα δένδρα. Σε αυτούς τους ίδιους πούλησα και μια καραμπίνα των 22 που είχε κατάσχει ο καπετάνιος στο βαπόρι κατόπιν φασαρίας για τζόγο ανάμεσα στο πλήρωμα. Αλλάζοντας καπετάνιο κληρονόμησα εγώ την καραμπίνα.

Έτσι κι έγινε αλλά το δικό μου στην δεύτερη σφαίρα πάθαινε εμπλοκή, δεν γύριζε ο μύλος. Ο κάλυκας έκανε ένα εξόγκωμα και φρακάριζε, μετά ρώτησα, μου είπαν ότι οι σφαίρες ήταν πολύ παλιές. Το τέλος του περιστρόφου ήταν όταν πήγαμε στην Αβάνα Κούβας, ήταν η αρχή του Κάστρο ήρθαν οι αρχές, μας είπαν ότι θα κάνουν έρευνα στο βαπόρι κι αν βρουν όπλα, εχθροί του καθεστώτος φοβήθηκα και το πέταξα στη θάλασσα στο λιμάνι της Αβάνας, όπου εκεί θα βρίσκεται μέχρι σήμερα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Το ξεκίνημα στα πέτρινα χρόνια

Ταβέρνα ο Τσάπαλος, είχε το γραμμόφωνο διαπασών με το άσμα: (Συννεφιασμένη Κυριακή, μοιάζεις με την καρδιά μου…) τα μεσημέρια που σταματούσε το εργοστάσιο, ώρα φαγητού- περνούσα απ’ έξω η μυρωδιά των φαγητών μου έφερνε ζάλη, κοίταζα μέσα στα ταψιά φιγουράριζαν πατάτες του φούρνου και φασόλια γίγαντες, 2.000 δρχ. η μερίδα, χωρίς ψωμί.
Δίπλα σε κάποια απόσταση, περνούσαν οι σιδηροδρομικές γραμμές των ΣΕΚΣτην κατηφόρα μετά από τις γραμμές νεοσύλεκτοι φαντάροι έκαναν γυμνάσια, με το όπλο στα σκέλια άφηναν τον εαυτόν τους να ρολάρει στο χέρσο αυτό κομμάτι γης. Καθόμουν και τους έβλεπα όσο το επέτρεπε η ώρα. Λίγο πιο κάτω ήταν ο στρατώνας του Ρουφ. Στην Αρχή τον στρατώνα αυτόν τον είχαν οι Άγγλοι NAAFI, είχα κάποιον γνωστό που δούλευε στην αγγλική βάση, επισκεπτόμενος τη βάση μου βρήκαν και τη δουλειά στο Ρουφ, μετά που έφυγαν οι Άγγλοι τον παρέδωσαν στον Ελληνικό στρατό. Απέναντι από την ταβέρνα ένα μικρό οίκημα φαινόταν ερειπωμένο, το μισό ήταν εργοστάσιο παραγωγής λαμπτήρων για φακούς και ποδήλατα. Το άλλο μισό άδειο. Εκεί εργαζόμουν για περίπου ένα χρόνο, 15 χρονών παιδί με κοντά παντελονάκια εργάτες 6 κορίτσια και δυο αγόρια. Ημερομίσθιο 11.000 δρχ. ημερησίως.
Η τιμή του δολαρίου στην αρχή ήταν 12.000, μετά ανέβηκε και σταμάτησε 15.000 δρχ. Όχι δεν υπήρχε τηλέφωνο, όμως είχαν ανοίξει στον πέτρινο τοίχο μια τρύπα σε ύψος τραπεζιού, στο διπλανό άδειο κτίριο του ιδίου γκρινιάρη παράξενου ιδιοκτήτη. Έτσι όταν χτύπαγε το τηλέφωνο σαν πιο μικρός ανέβαινα στο τραπέζι επάνω πέρναγα το κεφάλι μου από την τρύπα κι απαντούσα, περιττό να πω το πανδαιμόνιο που γινόταν κορίτσια-γυναίκες τραγουδούσαν της εποχής (Το φανταράκι απόψε πάει, έχει μεράκια και τάχει πιει…) μα και το (Πέφτουν οι σφαίρες σαν το χαλάζι κι ακουμπισμένος σ’ ένα δεντρί, ο τραυματίας αναστενάζει…) μια παρέα από 4 κορίτσια ήταν από την Κερατέα μιλούσαν Αρβανίτικα μεταξύ τους, μου φαινόταν τόσο παράξενο. Σαν σχόλαγα 5 το απόγευμα περπατούσα μέχρι την Πειραιώς στην στάση Καμπά, εκεί έπαιρνα το πράσινο τραμ για την ομόνοια, εισιτήριο 500 δρχ. Περνούσαμε από τη λαχαναγορά, από το γκάζι, φθάνοντας στην ομόνοια περπατούσα για ακαδημίας οδός Σινά έπαιρνα το λεωφορείο της ΕΔΕΜ πάλι 500 δρχ. κατέβαινα στην λεωφόρο Συγγρού στάση Χρυσάκη, περπατούσα στην οδό Μεγίστης μέχρι την Ηρακλέους Καλλιθέα. 7 η ώρα έπρεπε να ήμουν παρών στο νυχτερινό γυμνάσιο Καλλιθέας. Η θεια μου κι εγώ είχαμε νοικιάσει ένα υπόγειο 2 δωμάτια, μια γκαζιέρα πετρελαίου, που όταν άνοιγες τις σταγόνες για να δυναμώσει έπιανε φωτιά. Πέρασα από εκεί πριν μερικά χρόνια το υπόγειο ακόμα υπάρχει κλειστό, όπως και η διώροφη οικία. Χειμώνας πήγαμε με έναν γνωστό οδηγό λεωφορείου στην οδό Αθηνάς στα παλιατζίδικα, νομίζω κάπου λεγόταν αμερικανική αγορά, αγόρασα ένα μεταχειρισμένο πανωφόρι 70.000 δρχ. Μετά το μαρτύριο του φαγητού δεν βγαίναμε, θυμάμαι πήγαινα στην Λαική Καλλιθέας περνούσα από την οδό Φιλάρετου έπαιρνα ότι έβρισκα, για κρέας κονσέρβα κόρνεδ μπιφ Αργεντινής το τηγανίζαμε.

Ε! Τι άλλο να πω όταν έγινα 16+ ξεκίνησα για κατάκτηση της ζωής, έφυγα για τους Ωκεανούς, και για να το κατορθώσω βρήκα δανεικά 20 λίρες χάρτινες Αγγλίας, έτσι ήθελαν αυτοί, δραχμές δεν ήθελε κανένας, πίσω μου έσερνα την ελπίδα αυτών που απόμειναν, με τα χρόνια κατάλαβα ότι ποτέ μου δεν είχα μια φυσική παιδική ζωή, αλλά όταν το κατάλαβα ήταν αργά, ίσως στην επόμενη ζωή, στην παρούσα μόλις άρχιζε κάτι, πριν το νιώσω τελείωνε…
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Μια δροσοσταλίδα μνήμης έπεσαι χάμω,




Ήμασταν πολλοί, όπου κι αν περπατούσες έβρισκες μπροστά σου ελληνόπουλα, τα περισσότερα λαθραία, αυτά που το είχαν σκάσει από βαπόρια, παιδιά αμούστακα, μα και μεγάλοι άνδρες οι οποίοι είχαν πιστέψει στο όνειρο μιας καλύτερης ζωής. Ήταν και μερικοί ναυτικοί με ορισμένη άδεια παραμονής συνήθως 29 ημερών μέχρι να βρουν άλλο βαπόρι να μπαρκάρουν. Όλοι ψάχναμε για μια γνωριμία, για μια γυναίκα, με την πρόθεση η παντρειά και να μείνεις στη στεριά, για μια ευκαιρία, για μια εργασία, για ένα αποκούμπι, για ένα χέρι κατανόησης, ένα χέρι να σε σπρώξει μπροστά, κάτι που δεν υπήρχε.

Όλοι διωγμένοι από αυτά τα φτωχά πέτρινα χρόνια της πατρίδας μας Ελλάδας, Ένας από αυτούς τους πρωταγωνιστές ήταν και ο εαυτός μου.

Όμως οι ντόπιοι ελληνοαμερικάνοι δεν ήθελαν να ξέρουν τίποτα για εμάς, συνήθως ζούσαμε μια ζωή ξεχωριστή συγκεντρωμένοι γύρω από την τότε Ελληνική γειτονιά, του Μανχάταν από τους 47 δρόμους έως τους 26. Μια ζωή σκυλίσια με τον φόβο της αστυνομίας αλλοδαπών, από τα συχνά μπλόκα που έκαναν στους δρόμους, αλλά και με τον φόβο των καταδοτών επί αμοιβή ντόπιων ελληνοαμερικανών αυτών που σου έκαναν τον φίλο. Τον καιρό εκείνο η γειτονιά αυτή έβριθε από Ελληνικές επιχειρήσεις οι οποίες ποντάριζαν οι περισσότερες στους νεοφερμένους έλληνες. Και ήταν τα μπουζουξίδικα στους 26+ δρόμους το Βρετάνια, το Πορτ Σάιντ, το Αιγυπτιακοί κήποι, όπου όταν έμπαινες μέσα τα λυπητερά σπαρακτικά τραγούδια έμοιαζαν μοιρολόγια, από εκεί έβγαινες με ένα μεγάλο κενό.

Ήταν τα ξενοδοχεία Ρεξ, Φλάνδρες, Ρίο, όλα μαζεμένα στους 47 δρόμους, εκεί όπου ήταν και η πιάτσα για δωμάτια, για μπάρκα...
Cameo έτσι λεγόταν ο κινηματογράφος της στην 8η λεωφόρο και 44 δρόμους του Μανχάταν, έπαιζε μαυρόασπρες ελληνικές ταινίες, παρακολουθούσες όταν τελείωνε η ταινία οι περισσότερα θεατές, έβγαιναν έξω με δάκρυα…
Και ήταν όλοι παιδιά, άρα τι τους έλειπε; Μα η πατρίδα ο τόπος μας. Δίπλα το εστιατόριο Πάνθεον, τα καταστήματα Δώρων Άτλας και Κεντρικόν πουλούσαν βαφτιστικά, κεριά και λιβάνι, καρτ ποστάλ ελληνικά, την Ατλαντίδα και τον Κήρυκα, την μέθοδο αγγλικής άνευ διδασκάλου του Δίβρη μα και της Ατλαντίδος, ελληνικές σημαίες μα και μπακιρένιο μπρίκι καφέ από Λίβανο.
Πιο κάτω το Προδρομίδης κατάστημα δώρων, ακόμα πουλούσαν και ραδιόφωνα βραχέων κυμάτων για να ακούμε εμείς οι καψούρηδες το Εδώ Αθήναι, το φωτογραφικό ατελιέ Ακρόπολις, το εστιατόριο Παράδεισος το σπεσιαλιτέ του κεφαλάκι αυγολέμονο σούπα και κάπως φτηνό για εμάς τους διαβατάρηδες, η καφετέρια Μολφέτας στους 47 δρόμους, με το σλόγκαν «Να τρως και να πίνεις τυχερά να μην δίνεις κλπ…» το κυνήγι, τα μπλόκα από την αστυνομία αλλοδαπών συνεχιζόταν κάθε μέρα. Μαζί με φίλο πήγαμε στο Ξενοδοχείο ΣΤΑΤΛΕΡ 34 δρόμους γινόταν μια ελληνοαμερικανική χοροεσπερίδα, απελπισμένοι να γνωρίσουμε, την βγάλαμε μονάχοι μας στο μπαρ αν και ήταν εκατοντάδες οι ομογενείς, ούτε μια καλησπέρα.

Περπατούσες στο πεζοδρόμιο και κοίταζες πίσω σου, μήπως σε παρακολουθούν τούτη τη φορά όμως ερχόταν από τον δρόμο, σταματούσε δίπλα σου ένα αυτοκίνητο, έβγαιναν δυο μπάτσοι, ο ένας πήγαινε μπροστά σου, ο άλλος από πίσω, πριν σε σταματήσουν σου έβγαζαν μια κονκάρδα χρώματος χρυσαφή, σου την έβαναν μπροστά στα μούτρα και φώναζαν, αστυνομία αλλοδαπών, τα χαρτιά σου, από πού είσαι, οι ερωτήσεις διαδεχόταν η μια την άλλη, μετά σου πέρναγαν τις χειροπέδες, σε πετούσαν στο πισινό κάθισμα του αυτοκινήτου, πιο κάτω, έξω από μια κόκκινη επιγραφή ΜΠΑΡ σταμάτησαν βγήκε ο ένας, γύρισε με άλλον κρατούμενο.
Τα κρατητήρια γεμάτα λαθραίους, μια φορά τον μήνα ερχόταν το βαπόρι από Πειραιά το Νέα Ελλάς, έβαζαν στη γραμμή όλους τους κρατούμενους, μετρούσαν όταν έφταναν στον αριθμό 15 σταματούσαν, τους έλεγαν εσάς σας κάνουμε απέλαση για την Ελλάδα. Ήταν και πολλοί ηλικιωμένοι οικογενειάρχες που είχαν πιστέψει στα όνειρα, αυτοί παρακαλούσαν να τους απελάσουν όσο πιο γρήγορα, ήταν και τα Ιταλικά βαπόρια Σατούρνια και Βουλκάνια που πήγαιναν Πάτρα.
Το βαποράκι μας μικρό μόλις τονάζ 3500,θα έπρεπε να το ονομάζουν ΕΛΠΙΔΑ έμοιαζε με σκαφίδι φορτωμένοι γενικό εμπόριο, είχαμε αναχωρήσει από την κόλαση της Νέας Υόρκης, πλέαμε, προς την Καραϊβική. Νόμιζες ότι αν έβγαζες το χέρι έξω από την κουπαστή θα έπιανες την θάλασσα, τόσο.
Το πλήρωμα οι περισσότεροι νεαρά παιδιά, πολλά παιδιά ήταν νιόπαντροι με αμερικανίδες κι ερχόταν να περιμένουν να έρθει η σειρά τους φωνάξουν, να πάρουν μεταναστευτική βίζα για ΗΠΑ. Άλλοι είχαν έρθει κυνηγημένοι από τις μεταναστευτικές αρχές γιατί είχαν παραβιάσει την παραμονή τους στη στεριά, άλλοι είχαν βγει από τα κρατητήρια, αφού ήταν λαθραίοι, ήταν όλοι η νεολαία της Ελλάδας αυτοί που δεν ζητούσαν τίποτα παρά μόνο μια εργασία, ένα μεροκάματο.
Το βαποράκι αυτό με Παναμαϊκή σημαία ήταν ένα είδος σιγουριάς, παρείχε τροφή στέγη μισθό και κοντινά μικρά ταξίδια γύρω από τις ακτές της Αμερικής. Ένα μωσαϊκό νεαρών παιδιών που ζητούσαν ένα πιο λαμπρό μέλλον, ένα καταφύγιο έξω από τα σύνορα της Ελλάδας ήταν η αρχή της ερήμωσης της Ελληνικής Επαρχίας, αυτά τα πέτρινα χρόνια όπου δεν υπήρχε μέλλον ούτε ευκαιρία εργασίας.


Τα βαπόρια ήταν γεμάτα ναυτόπαιδα, μερικοί μάλιστα ναυτολογούταν σαν υπεράριθμοι (έπρεπε να γνωρίζεις, να έχεις μέσων) και περίμεναν άμα αδειάσει καμιά θέση να την πάρουν αυτοί, ή ακόμα προέβλεπαν να το σκάσουν στην Αμερική.
Ένα μεγάλο βαπόρι φάνηκε στον ορίζοντα, Να πως ζουν οι πλούσιοι φώναξε ένα παιδί, τρέξαμε όλοι στην κουπαστή, κάποιος είχε μια φωτογραφική μηχανή αυτές που άνοιγαν σα φυσαρμόνικα, τρέξαμε πήρε την φωτογραφία αν και μας είχε προσπεράσει.
Ήταν το βασίλισσα Μαίρη, ή Ελισάβετ της Αγγλίας 80.000 τονάζ
Η διαφορά ανάμεσα στα δυο υπερωκεάνια ήταν ότι το ένα είχε τρεις τσιμινιέρες, τώρα δεν θυμούμαι πιο από τα δυο.
Μια δροσοσταλίδα μνήμης έπεσαι χάμω, την κοίταξα με απορία, δάκρυσα, η ευχή μου να μην επαναληφθούν τα χρόνια εκείνα.


Γαβριήλ Παναγιωσούλης