Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Κι έφυγα!

Η Ελιά,

Κοίταξα τα βουνά όλα πέτρα, ο αέρας σήκωνε σκόνη και μ’ έπνιγε, μια σκέψη μ’ έτρωγε, έπρεπε να φύγω, όχι ότι το ήθελα αλλά άφησα τη σκέψη να ξεκουράζεται στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου, ήταν λάθος μου γιατί το βράδυ γέμιζε με όνειρα. Το υνί από το αλέτρι είχε μπλέξει σε μια ρίζα, το βόδι δεν τράβαγε άλλο, ο μεροκαματιάρης εργάτης με ένα μαντήλι στο κεφάλι με τέσσερις κόμπους που έδειχναν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα χτύπαγε το βόδι με μια λιόβεργα που είχε κόψει επίτηδες.

Η ελιά είχε γεμίσει τον ίσκιο της με λιόφυλλα ξερόχρυσα, πίσω απ τον κορμό της, μέσα απ τη λιθιά παραμόνευε ο δολοφόνος με τον γκρα, ένα κεφάλι τυρί σ’ ένα κλειστό καλάθι πάνω στην άμαξα η αξία μιας ζωής. Η λιθιά από τότε έμεινε σημαδεμένη με τον καιρό το κράτος την γκρέμισε για να πλατύνει το δρόμο. Δεν την ξανάφτιαξε, έμεινε η ελιά μόνη της, ο κορμός της έγινε κουφάλα. Η γη που είχαμε κληρονομήσει απ τον παππού μου έμεινε χέρση η ελιά έπαψε να κάνει καρπούς την βάφτισαν η ελιά που σκότωσαν τον καραγωγέα Ο…
Τα κυδώνια γεμάτα χνούδι τα έτριβα στο ταγάρι και τα δάγκωνα, τα αγραπίδια στυφά που και που να βρεις κανένα ώριμο, τα κυπαρίσσια με γέμιζαν ρετσίνι, η τραγάτα του καλοκαιριού έτοιμη να πέσει, το ταγάρι μου κόκκινο με μαύρες οριζόντιες ρίγες, εκεί μέσα είχα το κολατσιό μου, ένα κρεμμύδι το χτύπαγα με μια πέτρα, ένα αγκωνάρι μαύρου ψωμιού από κριθάρι, μια ντομάτα, λίγες ελιές κολυμπάδες τις λέγαμε. Και το σπίτι τόσο μακριά, περνούσα το ξεροπόταμο, περπατούσα δίπλα από τα ερείπια του Αϊ ψεύτη τα γαϊδουράγκαθα μάτωναν τα πόδια μου.

Σαν σουρούπωνε η πνοή του αέρα έπεφτε, τότε ίδρωνα, περνούσα απ’ το μονοπάτι του αυλακιού, οι σκύλοι άρχιζαν να αλυχτούν με περίμεναν να μου επιτεθούν, σταματούσα να κάνω θόρυβο και μετά έτρεχα με την ψυχή στο στόμα ως που να φτάσω, η σκέψη με βασάνιζε, άλλοι μου την είχαν εμφυτέψει να φύγεις από τούτη την πέτρινη γη, όπου δεν φυτρώνει τίποτα. Όχι ότι ήθελα να φύγω αλλά εδώ δεν υπάρχει ζωή, δεν υπάρχουν όνειρα. Ήτανε μια μέρα του Φλεβάρη, από πάνω κρεμόταν ένας ουρανός σταχτής, ο ήλιος αιωρούμενος κρυμμένος, στεκόταν χωρίς ποδάρια, οι αντάρτες κρυβόταν στο βουνό, τ’ αποσπάσματα του εμφυλίου γύριζαν αδέσποτα και τρομοκρατούσαν όποιον εύρισκαν μπροστά τους, τότε έφυγα, αλλά έμεινε η γη που μας έδωσαν, χέρση, έρημη, αυτή που ακόμα σήμερα θεωρώ δική μου γη, έμεινε να σκεπάζει του παππού μου τα όνειρα, αυτά που γκρεμίστηκαν, ο αέρας έφυγε κι αυτός, χάθηκε πέρα απ τα ψηλά βουνά.
Για άλλη μια φορά έμεινα μόνος.



Γαβριήλ Παναγιωσούλης

10 σχόλια:

Αστοριανή είπε...

...πίκρα ασήκωτη,
Φίλε μου,
σαν ταφόπλακα!

Αυτή η γη, έστω κι ένα ξεροκόμματο, που μας ανήκει... έχει συρματώσει τη καρδιά μας...
κι όταν πας, να την ξεχορταριάσεις, να την ποτίσεις... σε βλέπουν σαν ξένο...
Διάβασε τις τελειούλες, Φίλε μου, αυτές θα σου πουν τις λεπτομέρειες.

Πάντα με αγάπη,
Υιώτα

Ανώνυμος είπε...

Θαυμάσια η περιγραφή της γής της Πυλάρου και της εποχής εκείνης.Μπορεί κανείς να φαντασθεί και το πόνο για τον ξεριζωμό, δεν ήσουν ο μόνος χιλιάδες νέοι εκείνη την εποχή εγκατέλειψαν σπίτι και γενέθλια γή ,άσχημοι καιροί δύσκολοι ...πέρασαν όμως είσαι τυχερός που μπορείς και την επισκέπτεσαι αυτή η γή ,έστω και για λίγο ,άλλοι δεν κατάφεραν ποτέ να γυρίσουν.. Χαιρετώ Κάτε

Μηθυμναίος είπε...

Αν ο κόσμος κι η ζωή μας, φίλε μου, άλλαξαν τα παιδικά μας χρόνια, o τόπος που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε ο ουρανός και ο ορίζοντας που πρωτοαντικρίσαμε, οι πρώτες μυρωδιές και ανάσες της φύσης, τα πρώτα βιώματα και συναισθήματα στο πάρε-δώσε μας με τους ανθρώπους του τόπου μας, παραμένουν το λίκνο και η κιβωτός της ύπαρξής μας…

Δεν είσαι μόνος!

Ανώνυμος είπε...

Καλησπέρα αγαπητέ μου Γαβριήλ.
Μπορώ να φαντασθώ τι σκηνές και
γεγονότα ξεδιπλώνονται μπροστά σου,
που κι ακόμα ίσως είναι αβάστακτα.
Το επαναλαμβάνω, είχα την ευτυχία να μην έχω γεννηθεί και δεν γνώρισα
την φρίκη του πολέμου και της
κατοχής.Έχω όμως τόσα πολλά ακούσει
από τους γονείς μου και τις
μεγαλύτερες αδελφές μου, που είναι
σαν να τα έζησα. Δε είσαι μόνος,
ούτε σ αυτά πού έζησες, ούτε τώρα.
Έχεις μια υπέροχη οικογένεια, τόσα
παιδιά κι εγγόνια που σ αγκαλιάζουν
και κάθε χρόνο αριβάρεις και για
την Πύλαρο. Νάσαι πάντα καλά.
Την αγάπη μου και τους χαιρετισμούς
μου.
Ρισσιάνα

pylaros είπε...

Είναι ακριβώς όπως τα λες αγαπητή μου Υιώτα,

Είναι μια κληρονομιά όπου δεν λησμονείται και όχι μόνο αλλά την φέρνουμε στην πλάτη μας.

Αλήθεια πως άλλαξαν τα πράγματα στο βιο μιας ζωής;
Απίστευτο!

Ευχαριστώ
χαιρετισμούς

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Κάτε,
Αυτή η γη της Πυλάρου, η γεμάτη πέτρες, μα και η ιστορία που γράφω με την δολοφονία 100% αληθινή, μα και τη λιθιά που μας γκρέμισε το κράτος επι Παπαδόπουλου για να πλατύνει ο δρόμος, όμως δεν την ξανάφτιαξε κι έμεινε η ελιά να χάσκη μόνη,
Είναι εκεί που μεγαλώσαμε, και τη γη αυτή η κάθε χούφτα χώμα έχει αποκάτω κρυμένες αναμνήσεις μου...

αγαπητή μου Κ'ατε, ευχαριστώ
χαιρετισμούς

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Είναι όπως τα λες φίλε μου Στράτο,
Μέσα στην ανθρωποθάλασσα όπου καθημερινώς αλλάζει αναλόγως από που φυσσά ο αέρας το μόνο που έμεινε καθεαυρό δικό μας είναι αυτές οι παιδικές αναμνήσεις.

Τώρα γιατί τις φέρνω στην επιφάνεια;
Ε! αυτό γίνεται κάπου, κάπου, όταν ανα-ζητώ την ταυτότητά μου, ή ακόμα όταν συγκρίνω καταστάσεις...

Ευχαριστώ
Χαιρετισμούς

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Γεια σου αγαπητή μου Ρισιάνα,

Έτσι καμιά φορά συλλογίζομαι το από που ξεκίνησα, το πως ξεκίνησα, το γιατί, με πίάνει μια νοσταλγία όχι για την φτώχεια αλλά για τους ανθρώπους που άφησα, που τους περισσότερους δεν τους ξαναείδα, ποτέ, ούτε τον πατέρα μου.


Πολλές φορές συγκρίνω την τότε κατάσταση με την σημερινή, συγκρίνω τα σημερινά παράπονα των κατοίκων,τότε αρχίζω και φιλοσοφώ...
Και η φιλοσοφία μου φέρνει την άβυσσο όπου είναι ριγμένει η καταναλωτική σημερινή κοινωνία...

Ευχαριστώ,
χαιρετισμούς

Γαβριήλ

Dennis Kontarinis είπε...

Φίλε μου Γαβρίλη για μια ακόμη φορά καταφέρνεις να μας ξυπνήσεις εκείνα τα αλησμόνητα παιδικά μας χρόνια στην πατρίδα. Κείνα τα χρόνια, που ενώ μας πονάνε δεν θέλουμε να τα ξεχάσουμε.
Νάσαι καλά φίλε μου

pylaros είπε...

Φίλε μου Ντένη,
Τα χρόνια εκείνα δεν μπορούμε να τα ξεχάσουμε γιατί είναι μοναδικά δικά μας, μας πονάνε για τις αδικίες, για την φτώχεια, αλλά τουλάχιστον έμενα μου φέρνουν ένα μειδίαμα στα χείλη όταν συγκρίνω τις τότε δυσκολίες και κακουχίες με τα της σημερινής νεολαίας που όλο παραπονείται...

Και όμως φίλε μου ζήσαμε!!!!
Ευχαριστώ

Χαιρετισμούς

Γαβριήλ