Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

Ο Προδότης

                                                    Ιστορίες της νύχτας # 6


Είχα  έναν φίλο τον Δον  Κάρλο τον γνώριζα απ’ το βαπόρι πάντα έπαιρνε μια κούτα τσιγάρα δώρο και κάνα Ουίσκι,  ήταν διευθυντής της μεταναστευτικής υπηρεσίας στην πόλη του λιμανιού. Ήταν της ίδιας   κλίκας των  κυβερνητικών αρχών όπως ο Λιμενάρχης  με  βαθμό  συνταγματάρχη,  Τελωνειακούς κλπ.
Μια μέρα φάνηκαν δυο Έλληνες στην πολιτειούλα του λιμανιού,  ο  Άγγελος Κ.  με την γυναίκα του κι ένας φίλος του. Ήθελαν  άδεια εξόδου από την χώρα, να περάσουν τα σύνορα, να αλλάξουν πατρίδα να πάνε Μπελίζε κι από εκεί Μεξικό.
Ρώτησαν  αν υπάρχει κανένας έλληνας ήμουν ο μόνος, όλοι με ξέρανε, έρχονται λοιπόν με ένα αυτοκίνητο Datsun 1200 γεμάτο  τομάτες, μελιτζάνες και φρούτα, το παρκάρισαν μέσα στην αυλή μου και μου εξηγούν.
-Πρέπει να φύγουμε απ το κράτος, έχουμε χρεοκοπήσει, χρωστάμε πολλά, σε ιδιώτες και σε τράπεζες, θα μας βρεις τρόπο να φύγουμε, κι όλα δικά σου το αυτοκίνητο κι εκτός αυτού θα σου αφήσουμε το κλειδί του σπιτιού μας μπορείς να πας να πάρεις όλο το νοικοκυριό μας.
 Έμεναν σε απόσταση 200 χιλιομέτρων σε μια παραγωγική αγροτική περιοχή.
-Δεν θέλω το κλειδί του σπιτιού σας, μπορεί να βρω τον μπελά μου, είπα λες και ήμουνα προφήτης.
Είχαν συνάψει πολλά δάνεια από  τράπεζες και από ντόπιους, κι από εργοστασιάρχη έλληνα που γνώριζα, σε μια πεδιάδα έφτιαξαν φάρμα   παρήγαγαν τομάτες και διάφορα χορταρικά και τα έκαναν εξαγωγή στις ΗΠΑ.  Όμως τούτη την χρονιά  τους γύρισαν την πραμάτεια πίσω βρήκαν κάποια αρρώστια στις τομάτες.
Στην αρχή δοκίμασα με τον νόμο τους πήγα στην  μεταναστευτική υπηρεσία, ο Κάρλος ήταν φίλος μου.
Δεν γίνεται τίποτα μου είπε. Δεν μπορώ πρέπει να έρθει η άδεια εξόδου από το υπουργείο, ούτε και κρυφά του λέω, ούτε και κρυφά μου απαντά. Μας άφησε όμως ελεύθερους να βρούμε άλλη λύση, γνωρίζοντας ότι υπάρχει κι άλλη λύση αλλά απλούστατα έκλεισε τα μάτια.  

Για να συντομέψω την ιστορία,  βρήκα  κάτι έγχρωμους  ψαράδες, ήταν κι αυτοί έποικοι από τα Τζαμάικα τους είχε φέρει η United Fruit Co.  Για να δουλεύουν στις φυτείες μπανανών μια κι αυτοί άντεχαν πιο πολύ στο τροπικό κλίμα και στην σκληρή δουλειά. Χαρήκανε οι ανθρώποι θα έβγαζαν μεροκάματο,  συμφώνησαν την τιμή θα έπρεπε να τους πάω στις 3 η ώρα το χάραμα σε ένα μοναχικό μέρος όπου θα τους περίμεναν με μια βάρκα να τους περάσουν απέναντι στο άλλο κράτος. Η γυναίκα του Έλληνα μια καλλονή από τη Ονδούρα, μου έγραψε κι ένα χαρτί ότι μου δωρίζει το αυτοκίνητο, μετά κι αφού τους πήγα στο κρυφό αυτό μέρος ο ένας Έλληνας πηδά έξω από την βάρκα.
-Άλλαξα γνώμη μου λέει δεν φεύγω, αναγκαστικά τον πήρα μαζί μου, θα με πάς μου λέει στον σταθμό να πάρω το λεωφορείο για την πρωτεύουσα, έτσι κι έγινε.
Ο πονηρός λοιπόν αυτός τρέχει και ειδοποιεί αυτούς που είχαν δώσει δανεικά λεφτά στον Άγγελο  περιμένοντας το μερτικό του.
Αυτοί λοιπόν όπως έμαθα εκ των υστέρων πήραν φορτηγά αυτοκίνητα, πήγαν στο σπίτι του Άγγελου  και το άδειασαν πριν προλάβω να πάω εγώ που δεν θα πήγαινα…
Το αυτοκίνητο το έκανα ταξί είχε 4 πόρτες τελικά ο οδηγός μια νύχτα  σκότωσε μια φοράδα το έφτιαξα και το πούλησα σε έναν στρατιωτικό του λιμεναρχείου.

Ο έλληνας αυτός ο πονηρός  χάθηκε απότομα από την πιάτσα, μετά από καιρό  κατόρθωσε κι έστειλε μήνυμα  ότι τον έχουν φυλακή στο κράτος του Ελ Σαλβαδόρ  και ζητούσε βοήθεια.
Τι είχε συμβεί στο κράτος αυτό όποιος κατέδιδε λαθρέμπορους σύμφωνα με τον νόμο έπαιρνε ως αμοιβή την μισή πραμάτεια ή σε χρήμα. Παρακολουθούσε λοιπόν στο λιμάνι κι όταν είδε φορτηγό με λαθραία συνήθως τσιγάρα και ουίσκι ειδοποιεί την αστυνομία, περιμένοντας αμοιβή.
Οι λαθρέμποροι τάφτιαξαν με τους αστυνομικούς είπαν ότι το φορτίο ήταν του Έλληνα, έτσι τον βάλανε φυλακή,  οι λαθρέμποροι νόμιμοι ελεύθεροι με το μισό φορτίο δικό τους, φανερά και ξάστερα       
 
      Γαβριήλ Παναγιωσούλης
  




Τρίτη, 26 Μαΐου 2015

Μια νύχτα στην Αβάνα,

                                                           Ιστορίες της νύχτας.
                        Δυο πράσινα μάτια μας παρακολουθούν

                                   Μια νύχτα στην Αβάνα,
Παρακολουθώντας τις ειδήσεις  σε ένα  documentary  του  National Geographic   πρόβαλαν το μέρος όπου οι  έμποροι ναρκωτικών  της Κολομβίας κρύβουν και κατασκευάζουν υποβρύχια με σκοπό να μεταφέρουν ναρκωτικά στις ΗΠΑ… Αρχικά τα υποβρύχια ήταν απλά, πλέανε κάτω από τρία πόδια νερό, μετά τα τελειοποίησαν να πλένε κάτω από 30 πόδια νερό. Το  πλήρωμα ήταν 3 άτομα, ο καπετάνιος, ένας μηχανικός και ο συνοδός φορτίου. Το λιμάνι  αυτό μια «σπιάντζα» με ένα μόλο λεγόταν Tumaco  στον Ειρηνικό ωκεανό μια ζούγκλα γεμάτη κανάλια, όπου η πυκνή βλάστηση έκρυβε τα σκάφη.  Με έκπληξη θυμήθηκα  ότι στο μέρος αυτό πριν  χρόνια ταξίδευα κι εγώ  ως πλήρωμα σε βαπόρι  μεταφέροντας μηχανήματα, γενικό εμπόριο…  
Μια καινούργια ναυτιλιακή εταιρία  είχε  ναυλώσει  το βαπόρι για ένα χρόνο. Ήταν η Κολομβιανή   Grancolombiana de vaporεs, Περνώντας το κανάλι του Παναμά πιάναμε στο λιμάνι της Buena Ventura της Κολομβίας,  Εκεί μόνο γλεντούσαμε η Guillermina πάντα μου τραγουδούσε:
«Si naciste sin corazón en el pecho, tú no tienes la culpa de ser así…»
Κι αν γεννήθηκες χωρίς καρδιά στο στήθος δεν φταις εσύ που είσαι έτσι.
    
 Σε   λιμάνι του  Περού  ήρθε κάποιος  στο βαπόρι και πούλαγε πιστόλια, Έτσι από περιέργεια, μαζί με άλλους  πήρα κι εγώ ένα μαζί με ένα κουτάκι σφαίρες, ήταν Γερμανικής κατασκευής περίστροφο με μύλο των 22. Εκεί λοιπόν στο Tumaco  Κολομβίας  μας είπαν οι φύλακες του μόλου αστυνομικοί άμα θέλουμε να κάνουμε σκοποβολή μπορούμε να βγούμε στη στεριά και να σκοπεύουμε τα δένδρα. Σε αυτούς τους ίδιους πούλησα και μια καραμπίνα των 22 που είχε  κατάσχει ο Χιώτης  καπετάνιος στο πέλαγος  κατόπιν φασαρίας για τζόγο ανάμεσα σε έναν Μανιάτη ο οποίος κυνηγούσε να σκοτώσει τον  Κεφαλλονίτη γιατί τον έκλεβε στα χαρτιά και οι δυο μέλη   του πληρώματος. Έτσι κι έγινε  αλλά το δικό μου περίστροφο  στην δεύτερη σφαίρα πάθαινε εμπλοκή, δεν γύριζε ο μύλος. Ο κάλυκας έκανε ένα εξόγκωμα και φρακάριζε, μετά ρώτησα, μου είπαν ότι οι σφαίρες ήταν πολύ παλιές. Το τέλος του περιστρόφου ήταν όταν πήγαμε στην Αβάνα Κούβας, ήταν η αρχή επί  Κάστρο ήρθαν οι αρχές, μας είπαν ότι θα κάνουν έρευνα στο βαπόρι κι αν βρουν όπλα, θα μας θεωρήσουν εχθρούς του καθεστώτος σα νύχτωσε, φοβήθηκα και το πέταξα στη θάλασσα στο λιμάνι της Αβάνας, όπου εκεί θα βρίσκεται μέχρι σήμερα.         

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Μια καλοκαιρινή ημέρα

Άρχισε η καλοκαιρία, πρώτη έξοδος το Σάββατο 23, Μαΐου επί τη ευκαιρία που είναι και τριήμερος αργία ένεκα όπου εορτάζεται η ημέρα στην μνήμη των πεσόντων στους πολέμους, Memorial day.



Απολαύσαμε σε  μια οικογενειακή και φιλική ατμόσφαιρα το barbeque της ημέρας τρέχοντας στην πρασινάδα με το σκύλο (κουτάβι) στο  ποιος θα κέρδιζε την κατοχή της μπάλας από όπου και οι φωτογραφίες.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης


     




Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Η πρώτη Φορά!

                                            Ιστορίες της νύχτας # 4
                           Η πρώτη φορά, σε μια κατασκότεινη νύχτα.



                         Όλοι μας έχουμε νιώσει μια πρώτη φορά

                        Από την ημέρα που γεννηθήκαμε μέχρι σήμερα.
Άλλες πρώτες φορές έμειναν στην μνήμη μας αξέχαστε  και θα τις θυμόμαστε μέχρι να έρθει και η τελευταία μας πρώτη φορά, αυτή που δεν υπάρχει γυρισμός. Άλλες πρώτες φορές,   σκέφτεσαι ότι θα μπορούσαν νάταν καλύτερες, βιάστηκες, όμως έγινε κι ότι γίνει δεν γυρίζει πίσω.
Η θάλασσα με έφερε επαφή για  πρώτη φορά σε κόσμους φανταστικούς, κόσμους ελκυστικούς, σε  κόσμους που τα πρωτεία τα κατείχε η ύλη, το αντικείμενο  και η σάρκα, μαζί και οι δυο  έψαχναν για κατανάλωση,  όπου το κάθε όνειρό σου η κάθε σου λαχτάρα ικανοποιούταν. Κόσμους  πολυτελείας και φτώχειας,   προσφοράς της νιότης, η γυναίκα κούκλα ντυμένη σε πολύχρωμα οργαντί στην πρώτη γραμμή, σε κάθε κλίμα, σε κάθε κράτος, η αρχή  απ’ το  Ρίο Βραζιλίας, μέχρι Αβάνα Κούβα κι ακόμα πάρα πέρα. Εκεί στο Ρίο οι κούκλες έμοιαζαν σαν τα πουλιά στο φιλμ του Alfred Hitchcock, της Daphne du Maurier, κουκλίστικα αντικείμενα, με απαθής καρδιές,  υπόσχονταν κόσμους ψεύτικους  απατηλούς που αγκάλιαζαν τα χρόνια της νιότης, μέσα σε γυάλινες σφαίρες όπου χόρευαν για σένα νεράιδες.     Οι κούκλες  πολλές, η μια έπαιρνε τη θέση της άλλης, η κάθε μια με διαφορετικό γούστο, όλες αντικείμενα.

Έμενες με μια καρδιά παγωμένη ελεύθερη, χωρίς σκοτούρες.     Κι όλα αυτά τα χρόνια ριγμένα σε μια γυάλα σαν αυτή που διάβαζε την τύχη σου η Αλγερινή χαρτορίχτρα στη Χάβρη της Γαλλίας, βαμμένη  όμως απ’ έξω με λάσπη, απ αυτήν που έχουν τα λιμάνια. Μια αχτίνα ήλιου έπεσε πάνω και φάνηκες εσύ με φόντο την αρμυρή θάλασσα, εκεί στο βάθος να κατοπτρίζεσαι αμφίβολος πιο δρόμο να τραβήξεις, για να βρεις την  Αφροδίτη, αυτή που σε περίμενε έτοιμη να σου ρίξει το βέλος της αγάπης, να το νιώσεις για πρώτη φορά.

Περασμένα μεσάνυχτα ότι είχε μπει ο καινούργιος χρόνος,  ο χορός στο Lions Club είχε έρθει στο φόρτε του, μια κοινωνία ελίτ με πολλά savoir vivre  όπου εμείς ως καλεσμένοι ναυτικοί αισθανόμαστε  έξω απ τα νερά μας, ο Mr. Stahl  γνωστός μας  πρόξενος της Σουηδίας και οι τοπικοί  διευθυντές της United Fruit Co.  ήρθαν στην παρέα μας και μας είπαν  αν δεν έχετε ντάμα να χορέψετε ιδού οι σύζυγοί μας, όμως τους ευχαριστήσαμε και φύγαμε.

Αλλά  δεν γίνεται να πάμε για ύπνο τέτοια νύχτα, μπήκαμε σε ένα τεράστιο Κέντρο με ορχήστρα Ιταλός ο ιδιοκτήτης του, τα τραπέζια γεμάτα κόσμο, ο  απλός λαός γλεντούσε,  όλοι έπιναν, ανακατευτήκαμε πιάσαμε κουβέντα, γνωριστήκαμε, ήπιαμε χορέψαμε, κατά τα χαράματα συνοδέψαμε μια οικογένεια στο σπίτι της, τυφλός εγώ απ’ το βαθύ σκοτάδι δεν κατάλαβα ότι η Αφροδίτη με περίμενε, με σημάδεψε και με πέτυχε με το βέλος της αγάπης, για πρώτη φορά και ήταν μια νύχτα κατάμαυρη γεμάτη στεριανά αστέρια, σαν  αυτά που κοίταζα μικρός  πίσω στο χωριό μου να δω αν πέσει κανένα  να του ζητήσω μια χάρη και το αστέρι έπεσαι, εκείνη την κατασκότεινη νύχτα.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης       
     
  






Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ

                                               Ιστορίες της νύχτας:  3


                                           Το ΦΑΝΤΑΣΜΑ
Όταν έβρεχε η αυλή γέμιζε νερό, σα μικρή παροδική λίμνη, εκεί ξετρύπωναν και οι βάτραχοι από τα χαντάκια τους και τραγουδούσαν, αλλά μόνο όταν έβρεχε.
Η πόρτα και τα παράθυρα του σπιτιού  ξύλινα χωρίς τζάμια, την νύχτα τα έκλειναν γιατί πάντα υπήρχε ο φόβος ανεπιθύμητων επισκεπτών. Ήταν και οι νυχτερίδες, μα και τα κουνούπια που ζουζούνιζαν γύρω απ’ τα αυτιά σου  ψάχνοντας να πιουν αίμα.
Ξαπλωμένος αγκαλιά στο κρεβάτι σε ένα παλιό σομιέ όπου έκανε τα σώματα τους να κυλούν   στο βαθούλωμα  στη μέση του στρώματος, ο ιδρώτας τους μούσκευε και η εξάτμισή του,  τους δρόσιζε. Μέσα στον ύπνο του φάνηκε ότι άκουσε χτυπήματα στην πόρτα, πάλι όνειρο βλέπω σκέφτηκε και γύρισε απ το άλλο πλευρό. Τα χτυπήματα εξακολουθούσαν, κοίταξε το ρολόι 2 τα χαράματα ποιος νάναι τέτοια ώρα; Φοβήθηκε ξύπνησε τη γυναίκα και της είπε να ρωτήσει, χωρίς να ανοίξει ποιος είναι και τι θέλει:
-Ποιος είναι;
-Ανοίχτε είπε μια φωνή, είμαι ο Λοχίας ο οδηγός του ταξί σας, το είχε παρκάρει στην αυλή του σπιτιού. Είχε τελειώσει το στρατιωτικό του με τον βαθμό του λοχία, από τότε το έφερνε ως παράσημο:
-Εγώ ήμουν λοχίας όχι ένας απλό φαντάρος. Ήταν ένας άνδρας χαμηλού αναστήματος, πρόσωπο ζαρωμένο μαλλιά μαύρα σαν γουρουνότριχες και ένα μικρό μούσι σαν μπερδεμένες τρίχες, καθώς μιλούσε τις χάιδευε και φανέρωνε κι ένα χρυσό δόντι που του είχαν βάλει στον στρατό.       
-Σου έφερα το αυτοκίνητό σου γιατί νομίζω ότι σκότωσα έναν άνθρωπο, όμως δεν είμαι σίγουρος αν ήταν άνθρωπος ή το φάντασμα του «Γιάννη  Κανένα», αυτό που λένε πίσω στο χωριό μου, ότι υπάρχει, μα δεν υπάρχει, αυτό που όταν το δεις, κάτι κακό θα σου συμβεί,   τα μάτια του, αντανακλούσαν στα φώτα του αυτοκινήτου κόκκινα σα λυσσασμένου σκύλου. Ο φόβος μου παρέλυσε τα πόδια, άρχισα να τρέμω ο ιδρώτας μου τύφλωσε τα μάτια, δοκίμασα να τον αποφύγω δεν μπόρεσα, το τράκαρα  καβάλησε πάνω στο καπό έστριψα το τιμόνι κι έπεσε το σώμα στον δρόμο. Μετά ήρθα εδώ σε σένα.
-Μα εσύ είσαι μεθυσμένος είπα,
-Όχι ε! ναι ήπια μια μπύρα με κέρασε πελάτης.,
Βγήκα στην αυλή, το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου το καπό ένα γαλάζιο χρώμα ήταν τσαλακωμένο. Έβαλα το χέρι μου, ήταν γεμάτο αίματα. Πήγα μέσα κι έφερα μια λεκάνη νερό και τα έπλυνα.
-Σε είδε κανένας ρώτησα;
-Όχι,
-Ειδοποίησες την αστυνομία;
-Θα αστειεύεσαι βέβαια, αυτοί σε κλείνουν μέσα και σε ξεχνούν.  
-Μα αφού σου λέω ότι ήταν το φάντασμα του «Γιάννη Κανένα», αφότου έφυγα απ το χωριό μου με κυνηγάει   για εκδίκηση, είχε μάλιστα στη μέση κάτι που γυάλιζε σα λαβή περιστρόφου, αλλά μπορεί να ήταν και ο γάντζος απ το λουρί του.
 -Ότι έγινε, έγινε, είπα.
-Πάμε να ξυπνήσουμε τον φίλο μου τον Μιχάλη  ιδιοκτήτη γκαράζ να μας πει τι να κάνουμε.
-Η αστυνομία συνήθως σταματά και ψάχνει όλα τα’ αυτοκίνητα να βρει πιο είναι τρακαρισμένο, για να γλυτώσετε πρέπει να φύγετε απ την πόλη, τώρα αμέσως, να πάτε στα κρύα μέρη μια απόσταση 300 χιλιομέτρων…  μας είπε.
Και ήταν μια νύχτα σκοτάδι πυκνό, οδηγώντας μέσα στην καρδιά της ζούγκλας μην ξέροντας αν θα βρίσκαμε μπροστά μας το φάντασμα, ή ήταν φονικό και όχι μόνο αλλά και οι δυο μας μουγκοί φοβόμαστε αυτές τις ιστορίες  της νύχτας, να μην επαληθευτούν με το φως της ημέρας.  


Γαβριήλ Παναγιωσούλης 

Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

Το Σήμερα...

                            Το Σήμερα


Η καινούργια τεχνολογία μας έδωσε την ευκαιρία να φωνάζουμε την γνώμη μας, να λέμε αυτά που σκεπτόμαστε, να τα γράφουμε και να τα δημοσιεύουμε στο διάστημα ώστε να μπορούν να διαβαστούν από όλο τον κόσμο, χωρίς να έχουμε την ανάγκη αυτών των μονοπωλίων των ΜΜΕ ή ενός  κατεστημένου εκδοτών που θεωρούν τους εαυτούς τους σαν το αλάθητο του Πάπα.
Σκεφτείτε τι ελευθερία υπάρχει, που εδώ και λίγα χρόνια πίσω θα έπρεπε να φιλήσεις «κατουρημένες ποδιές» που λέει μια παροιμία για να δημοσιεύσουν δικό σου άρθρο ή δοκίμιο, ή οτιδήποτε άλλο και αυτό πάντα με τον φόβο να το πετσοκόψουν ώστε να συμφωνεί με το πιστεύω της εφημερίδας ή αυτών που μονοπωλούσαν για το τι έπρεπε να διαβάσει η κοινωνία μας.


Έτσι κι εμείς ο καθένας από την δική του σκοπιά δημιουργήσαμε τα (Μπλογκς) Ιστοσελίδες οι οποίες εκφράζουν διάφορες απόψεις, γνώμες, ελευθερίες έκφρασης, μια απελευθέρωση από τα παλαιά ταμπού αυτά που πολλοί τα παρουσιάζουν ως ένα  λούκι  που πρέπει να ακολουθήσουμε για να μην χάσουμε την εθνική πατροπαράδοτη κληρονομιά μας.
Σήμερα η κοινωνία άλλαξε, αποδείχθηκε ότι τα παλαιά πιστεύω ήταν ή προς εκμετάλλευση των συνανθρώπων μας, ή της επιβολής μιας τάξης Ελίτ που η ίδια δεν πίστευε αυτά που προπαγάνδιζε.

Ας γυρίσουμε στο Σήμερα, υπάρχει μια αδιαφορία επισκεπτών-αναγνωστών ως προς τα γραφόμενα στις ιστοσελίδες μας,  όχι ότι ο γράφων απαιτεί να σχολιασθούν ή να αναγνωστούν αυτά που γράφει  αλλά αν η  αδιαφορία γίνεται ολική   θάρθει μια μέρα όπου θα εξαφανιστούν από το διαδίκτυο τα πονήματα, οι σκέψεις, οι απόψεις, και το καρδιοχτύπι της  κρυφής αναμονής αναγνώρισης, ότι κάποιος-οια συμμερίστηκε τα γραφόμενά σου, ή απλούστατα  είδε στον καθρέφτη των γραπτών σου τον εαυτόν του-της.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης  
  

    


Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Ιστορίες της νύχτας

                                              Ιστορίες της νύχτας.

Σα να μην συνέβαινε τίποτα,
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, το θαμπό φως της κολώνας του δρόμου έστελνε την χλωμή ανταύγειά του έξω απ το παράθυρό μου, ήταν ένα κιτρινωπό αρρωστιάρικο φως  που γύρω του χόρευαν ένα σωρό ιπτάμενα ζωύφια της νύχτας. Τα βατράχια ακόμα τραγουδούσαν τσαλαβουτώντας στο χαντάκι του δρόμου, κι εγώ ξαπλωμένος κοιμόμουν σε γυναικεία αγκαλιά, τι κι αν έκανε ζέστη, τι κι αν υπήρχαν κουνούπια μου ήταν αδιάφορο.
Ξάφνου ένα δειλό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα, αφουγκράστηκα καλύτερα, ξανά χτυπούσαν, τώρα πιο δυνατά, στην αρχή τρόμαξα δεν περίμενα τίποτε καλό από νυχτερινό επισκέπτη.
Ξανά χτυπήματα μια γυναικεία φωνή φώναξε τ’ όνομά μου, άνοιξε;
Κοίταξα από μια σκεβρωμένη χαραμάδα, είδα την γυναίκα ενός γνωστού μου. Με το που άνοιξα αυτή όρμησε μέσα,
-Μια χάρη σου ζητώ, έλαβα τηλεγράφημα αντάρτες σκότωσαν τον άνδρα μου και πρέπει να με πας με το αυτοκίνητό σου στην πόλη μια απόσταση 200 χιλιομέτρων με περιμένουν για αναγνώριση.   
-Βρες άλλον της είπα είναι επικίνδυνο σε κάθε γωνιά παραμονεύει ο θάνατος, είτε από του κυβερνητικούς είτε από του αντάρτες.
-Κανένας δεν θέλει να με πάει τέτοια ώρα,  τότε το κορίτσι που ήμουνα μαζί μπήκε   στη μέση:
-Ας την πάμε είπε,  θάρθω κι εγώ μαζί, 
-Δεν γίνεται είπα μόνο αν έρθει μαζί κι ένας φίλος του σκοτωμένου που δούλευαν μαζί στα τραίνα.
Πήγαν να τον φωνάξουν δεν το κουνώ  από εδώ μας είπε.
Πήρα την απόφαση να πάμε, οδηγούσα σιγά σιγά με τα εσωτερικά φώτα αναμμένα, ο δρόμος έσκιζε την καταπράσινη ζούγκλα κάθε 2-3 χιλιόμετρα πετιόνταν μπροστά μας άνδρες οπλισμένοι,  ευτυχώς η γυναίκα του  σκοτωμένου τους γνώριζε, ή την γνώριζαν τους έλεγε πια ήταν και μας άφηναν να περάσουμε, όλοι ήξεραν τον σκοτωμένο  ήταν μυστικός ντετέκτιβ της αστυνομίας και παραστρατιωτικός της μυστικής οργάνωσης της δεξιάς το λευκό χέρι.   
Αφού περάσαμε την γέφυρα σε κάθε της άκρη οπλισμένοι κυβερνητικοί μας σταματούσαν πάλι. Κάποτε φθάσαμε στην μικρή πόλη αστυνομικοί πέρα δώθε, η γυναίκα άνοιξε την πόρτα κι εξαφανίστηκε. Τον είχαν σκοτώσει πισώπλατα με μια σφαίρα. Απόρησα, μας άφησε στα κρύα του λουτρού που λένε.
Εκεί τα χρειάστηκα, τώρα πως γυρίζω πίσω;
Πήγα στον αστυνομικό σταθμό, τους τας είπα όλα ότι έφερα την γυναίκα του σκοτωμένου και δεν ξέρω αν μπορώ να γυρίσω πίσω νύχτα;
Μου είπαν δεν σου εγγυώμεθα για τίποτα η πόλη είναι γεμάτη αντάρτες, το μόνο θα βάλουμε το αυτοκίνητό σου κι εσάς μαζί στο προαύλιο της αστυνομίας, εκεί θα περιμένετε μέχρι να ξημερώσει, έτσι κι έγινε.  
Με το φως του ήλιου, με την αισιοδοξία της ελπίδας για μια καλύτερη μέρα γυρίσαμε πίσω χωρίς κανένα απρόοπτο. Και το ποιο παράξενο συνεχίσαμε να κοιμόμαστε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου σα να μην συνέβαινε τίποτα. 

Γαβριήλ Παναγιωσούλης    








Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

Με περίμενε!

Ένα απ’ τα παλιά, ίσως να ξαναζωντανέψει αυτή  μελαγχολική ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα αδιαφορίας που έχει κατακλύσει την παρέα των blogs   


Με περίμενε,
Η σκέψη ότι κάποια με  περίμενε στο λιμάνι με  είχε  αποξενώσει από τους άλλους συναδέλφους ναυτικούς, ίσως να μην τους ενδιάφερε ή ζήλευαν, ή με θεωρούσαν αλήτη, όλοι αυτοί  έδειχναν ότι δεν τους περίμενε κανένας, του μάγειρα η γυναίκα του το είχε δηλώσει, μην γυρίσεις δεν σε θέλω, κι αυτός έβγανε τον καημό του, πίνοντας ρούμι και   χορεύοντας σόλο.  
Η Ελλάδα πολύ μακριά, ένα δίλλημα, μια ψυχολογική κατάσταση όπου οι αισθήσεις υπερέχουν, ένα κλείσιμο στον εαυτόν σου, μια έλξη προς το άγνωστο, μια έλξη σε αυτό που δεν είχες γνωρίσει, και το έκανε τόσο ελκυστικό η περιέργεια της περιπέτειας.

Σαν βράδιασε πετάχτηκα έξω απ’ το βαπόρι, με περίμενε στην πύλη,  μετά από λιγάκι ακούστηκε η βραχνή  σφυρίχτρα του  βαποριού ξεκαθάρισε τη βραχνάδα της πετώντας γύρω της νερωμένο ατμό, που έπεσαν σαν στάλες αφύπνισης   στη γέφυρα,  κοίταξα το ρολόι μου ακόμη δεν ήταν μεσάνυχτα, έχω μια  ώρα ακόμα σκέφτηκα και σφίχτηκα πάνω της σα να ζητούσα προστασία,  ξανακούστηκε η σφυρίχτρα τούτη τη φορά τρεις μακρόσυρτες βραχνές, σημείο αποχαιρετισμού.  Άρχισα  να τρέχω να προλάβω, η πρύμη είχε ανοίξει με το όπισθεν, το βαπόρι κρατιόταν με έναν κάβο από την πλώρη, ο καπετάνιος με είδε χειρονομούσε από τη γέφυρα να βιαστώ, εν τέλει μου πέταξαν μια ανεμόσκαλα κι ανέβηκα. Ο καπετάνιος με κατάλαβε,  καλό παιδί από την Θεσσαλονίκη, το όνομά του Αλέκος, το επώνυμο τελείωνε σε ίδης, όταν ερχόταν η δικιά του μέσα χόρευαν στο σαλόνι Τουίστ… κι εγώ τους σέρβιρα καφέ, ποτό  κι ότι άλλο έλεγε η ψυχή τους…
Κι αυτή έμεινε να με περιμένει, παρότι προσευχόμαστε να βρέξει ώστε να σταματήσει η φόρτωση,  τούτη τη φορά δεν ακούστηκαν οι προσευχές μας, δεν έβρεξε.  Όχι δεν με περιμένει πλέον.  Σε ένα θαλασσινό δυστύχημα πνίγηκε… και ήταν τόσο νέα!

Γαβριήλ Παναγιωσούλης 

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

Happy Mother's Day

Happy  Mother’s Day
Feliz día de las Madres
Ευτυχισμένη μέρα της μητέρας,
Εύχομαι σε όλες τις μητέρες του κόσμου μια χαρούμενη μέρα της μητέρας με μια αγκαλιά τριαντάφυλλα αυτά που ανθίζουν στον κήπο μου μέσα.  


                                    Η γιορτή της Μητέρας

Θυμάσαι τότε μάνα μόλις  άρχισα να γνωρίζω τον εαυτόν μου, άρχισε ο πόλεμος, η πείνα, η κακομοιριά όπου κράτησε μέχρι ωσότου  έφυγα από κοντά σου, για να ικανοποιήσω τα όνειρά μας, που ήταν ένα μόνο:  να χορτάσουμε όλοι μαζί ψωμί.
Πάλεψες όσο μπορούσε στα χρόνια του πολέμου, όμως δεν ήταν ούτε ένα ούτε δύο, ήταν πολλά, πάρα πολλά, στερηθήκαμε τα πάντα και όμως η αγάπη σου, η στοργή σου και η αυτοθυσία σου μας κράτησε ζωντανούς.
Τα χρόνια πέρασαν διάβηκαν, η ψευδαίσθηση του προσωρινού στα ξένα έγινε μόνιμη, το ξεροβόρι αυτό που κιτρινίζει τα φύλλα των δένδρων άσπρισε και τα μαλλιά σου, γέμισες ρυτίδες σαν τα ξερά τα φύλλα του φθινοπώρου που πέφτουν και τα τρώει η μαύρη γη. Βασίστηκες μάνα πάνω μου κι όταν γύρισα μετά από 23 χρόνια τρόμαξα με την αλλαγή του χρόνου, σαν περαστικός γυρολόγος έμεινα μαζί σου.
Τα  τόσα χαμένα χρόνια μακριά σου  δεν πρόλαβα να σε γνωρίσω, μόνη σου έμεινες να κοιτάς τα δυο βουνά της Πυλάρου, αντίο όνειρα,  μια μοναξιά βαριά ασήκωτη που μόνο εσύ γνωρίζεις μέχρι που πάλι μόνη σου έφυγες για τον άλλο κόσμο.  Αλήθεια τι είναι η ζωή;  Μια απατηλή προσωρινή  ιδέα που ποτέ δεν εκπληρώνεται σύμφωνα με το τι θέλεις. 
Κι εμένα μου έμεινε η πίκρα το παράπονο γιατί; Ένα γιατί που με πνίγει που δεν υπάρχει καμιά λύση, μόνο    η καρτερία σε ότι έχει απομείνει από τα χρόνια των ονείρων, αυτά που μας έλεγες σαν παραμύθια, στο κρύο του χειμώνα, κάτω απ’ τα σκεπάσματα συντροφιά με το φως απ’ το καντήλι αυτό που έκαιγε πάνω στο κομοδίνο, κι εμείς βρίσκαμε καταφύγιο στην αγκαλιά σου, έξω λυσσομανούσε ο βοριάς, ο πόλεμος, οι σκοτωμοί η πείνα και η δυστυχία..   

***********************************

 Μάνα στην χώρα των τροπικών
..Οδήγησα τη μάνα του παιδιού στο σπίτι του γιατρού, σε μια συνοικία που μένουν οι έχοντες και κατέχοντες. Η μάνα χτύπησε την πόρτα, μετά  άρχισε να φωνάζει γιατρέ, έ γιατρέεεε, Η υπηρέτρια χολωμένη που της χάλασαν την ησυχία  βγήκε στο μπαλκόνι και είπε. Τι φωνάζεις δεν βλέπεις ότι δεν είναι κανένας μέσα, θα τον βρεις στο Hotel del Norte , άντε φύγε από εδώ πρωί, πρωί, κι έκλεισε την πόρτα με τέτοια δύναμη ώστε ακούστηκε σαν πιστολιά. Η μάνα τρόμαξε νόμισε ότι της έριξαν,  έπεσαι καταγής να προφυλαχθεί, πάντοτε φοβόταν τις συνοικίες των πλούσιων… Λαχανιασμένη έφτασε στο ξενοδοχείο το άσπρο αυτοκίνητο ένα convertible  Μερσεντές  με τα κόκκινα καθίσματα ήταν εκεί παρκαρισμένο στην αυλή. Τρέχει στην είσοδο, κοιτά προς την τραπεζαρία, αυτή με τα άσπρα τραπεζομάντηλα, ρωτά τον σερβιτόρο για τον γιατρό.
-Μα αυτός έφυγε με παρέα νωρίς τα χαράματα πήγανε για ψάρεμα.
Βγήκε απ’ το ξενοδοχείο σαν τρελή, έπρεπε να βρει άλλον γιατρό,  στο νοσοκομείο αυτοί θα ξέρουν να της πουν τι να κάνει. Έβαλε στα πόδια της φτερά κουνούσε τα δυο της χέρια σαν να τράβαγε κουπί σε φανταστικό πέλαγος κι έτρεχε ξυπόλυτη, έτρεχε, έτρεχε. Ο ήλιος τσουρούφλιζε τα πάντα σκονισμένη, ιδρωμένη με τον στόμα ανοιχτό λαχανιάζοντας έφτασε στο νοσοκομείο, βρήκε την πόρτα ανοιχτή
-Το παιδί μου φώναξε πως είναι;
μια καλόγρια με πεταλούδας σχήματος καπέλο, ντυμένη στα άσπρα φάνηκε μπροστά της.
Δεν, δεν βρήκα το γιατρό ψέλλισε η μάνα, με τρεμάμενα χείλη.
Μα  δεν είναι ανάγκη να ψάχνεις για γιατρό,.
Α! το παιδί μου έγινε καλά;
Όχι κυρά μου,  το παιδί σου πέθανε.
Το έχουν βάλει στο Αμφιθέατρο στο διπλανό κτίριο, θα πρέπει να το πάρεις από εκεί το συντομότερο γιατί κάνει ζέστη και της έκλεισε την πόρτα.
Άρχισε να κλαίει,
Ήρθε στην πιάτσα των ταξί παρέα με το ξανθό λουστράκι, γιο μιας γυναίκας του λιμανιού και σκανδιναβού ναυτικού,  με βρήκαν, μα αυτή είναι μια άλλη δραματική  ιστορία.  
Γαβριήλ Παναγιωσούλης