Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ

                                               Ιστορίες της νύχτας:  3


                                           Το ΦΑΝΤΑΣΜΑ
Όταν έβρεχε η αυλή γέμιζε νερό, σα μικρή παροδική λίμνη, εκεί ξετρύπωναν και οι βάτραχοι από τα χαντάκια τους και τραγουδούσαν, αλλά μόνο όταν έβρεχε.
Η πόρτα και τα παράθυρα του σπιτιού  ξύλινα χωρίς τζάμια, την νύχτα τα έκλειναν γιατί πάντα υπήρχε ο φόβος ανεπιθύμητων επισκεπτών. Ήταν και οι νυχτερίδες, μα και τα κουνούπια που ζουζούνιζαν γύρω απ’ τα αυτιά σου  ψάχνοντας να πιουν αίμα.
Ξαπλωμένος αγκαλιά στο κρεβάτι σε ένα παλιό σομιέ όπου έκανε τα σώματα τους να κυλούν   στο βαθούλωμα  στη μέση του στρώματος, ο ιδρώτας τους μούσκευε και η εξάτμισή του,  τους δρόσιζε. Μέσα στον ύπνο του φάνηκε ότι άκουσε χτυπήματα στην πόρτα, πάλι όνειρο βλέπω σκέφτηκε και γύρισε απ το άλλο πλευρό. Τα χτυπήματα εξακολουθούσαν, κοίταξε το ρολόι 2 τα χαράματα ποιος νάναι τέτοια ώρα; Φοβήθηκε ξύπνησε τη γυναίκα και της είπε να ρωτήσει, χωρίς να ανοίξει ποιος είναι και τι θέλει:
-Ποιος είναι;
-Ανοίχτε είπε μια φωνή, είμαι ο Λοχίας ο οδηγός του ταξί σας, το είχε παρκάρει στην αυλή του σπιτιού. Είχε τελειώσει το στρατιωτικό του με τον βαθμό του λοχία, από τότε το έφερνε ως παράσημο:
-Εγώ ήμουν λοχίας όχι ένας απλό φαντάρος. Ήταν ένας άνδρας χαμηλού αναστήματος, πρόσωπο ζαρωμένο μαλλιά μαύρα σαν γουρουνότριχες και ένα μικρό μούσι σαν μπερδεμένες τρίχες, καθώς μιλούσε τις χάιδευε και φανέρωνε κι ένα χρυσό δόντι που του είχαν βάλει στον στρατό.       
-Σου έφερα το αυτοκίνητό σου γιατί νομίζω ότι σκότωσα έναν άνθρωπο, όμως δεν είμαι σίγουρος αν ήταν άνθρωπος ή το φάντασμα του «Γιάννη  Κανένα», αυτό που λένε πίσω στο χωριό μου, ότι υπάρχει, μα δεν υπάρχει, αυτό που όταν το δεις, κάτι κακό θα σου συμβεί,   τα μάτια του, αντανακλούσαν στα φώτα του αυτοκινήτου κόκκινα σα λυσσασμένου σκύλου. Ο φόβος μου παρέλυσε τα πόδια, άρχισα να τρέμω ο ιδρώτας μου τύφλωσε τα μάτια, δοκίμασα να τον αποφύγω δεν μπόρεσα, το τράκαρα  καβάλησε πάνω στο καπό έστριψα το τιμόνι κι έπεσε το σώμα στον δρόμο. Μετά ήρθα εδώ σε σένα.
-Μα εσύ είσαι μεθυσμένος είπα,
-Όχι ε! ναι ήπια μια μπύρα με κέρασε πελάτης.,
Βγήκα στην αυλή, το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου το καπό ένα γαλάζιο χρώμα ήταν τσαλακωμένο. Έβαλα το χέρι μου, ήταν γεμάτο αίματα. Πήγα μέσα κι έφερα μια λεκάνη νερό και τα έπλυνα.
-Σε είδε κανένας ρώτησα;
-Όχι,
-Ειδοποίησες την αστυνομία;
-Θα αστειεύεσαι βέβαια, αυτοί σε κλείνουν μέσα και σε ξεχνούν.  
-Μα αφού σου λέω ότι ήταν το φάντασμα του «Γιάννη Κανένα», αφότου έφυγα απ το χωριό μου με κυνηγάει   για εκδίκηση, είχε μάλιστα στη μέση κάτι που γυάλιζε σα λαβή περιστρόφου, αλλά μπορεί να ήταν και ο γάντζος απ το λουρί του.
 -Ότι έγινε, έγινε, είπα.
-Πάμε να ξυπνήσουμε τον φίλο μου τον Μιχάλη  ιδιοκτήτη γκαράζ να μας πει τι να κάνουμε.
-Η αστυνομία συνήθως σταματά και ψάχνει όλα τα’ αυτοκίνητα να βρει πιο είναι τρακαρισμένο, για να γλυτώσετε πρέπει να φύγετε απ την πόλη, τώρα αμέσως, να πάτε στα κρύα μέρη μια απόσταση 300 χιλιομέτρων…  μας είπε.
Και ήταν μια νύχτα σκοτάδι πυκνό, οδηγώντας μέσα στην καρδιά της ζούγκλας μην ξέροντας αν θα βρίσκαμε μπροστά μας το φάντασμα, ή ήταν φονικό και όχι μόνο αλλά και οι δυο μας μουγκοί φοβόμαστε αυτές τις ιστορίες  της νύχτας, να μην επαληθευτούν με το φως της ημέρας.  


Γαβριήλ Παναγιωσούλης 

8 σχόλια:

airis είπε...

Γαβρίλη μου ανατριχιαστική η περιγραφή σου, έδωσε μια ακόμα ενδιαφέρουσα ιστορία της Νύχτας με σασπένς. Όμορφες οι περιγραφές σου, καθηλώνουν τον αναγνώστη !
Σε ευχαριστώ πολύ πολύ καλέ μου Γαβρίλη!
Να'σαι καλά να γράφεις. Τον Αύγουστο μπορεί να το επαναλάβουμε το δρώμενο!
Την καλημέρα μου και την αγάπη μου από την πατρίδα! :)

to e - periodiko mas official είπε...

Καθηλωτική ιστορία, με εξαιρετική περιγραφή!!!
Ευχαριστούμε θερμά...

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Αριστέα:
Θέλω να σε ευχαριστήσω για την λαμπρή σου ιδέα, να γράψουμε για "Ιστορίες της Νύχτας"

Ε! αυτό έκανα κι εγώ, άρχισα να θυμούμαι και να περιγράφω τις νύχτες και είναι τόσο πολλές!!!
Μια παροιμία λέει (Της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά)
Και όμως η νύχτα είναι αυτή που βάνει ρίζες και αρχίζει η ζωή μας, την ημέρα απλούστατα την απολαμβάνουμε ως κοινωνικοί άνθρωποι...

Ευχαριστώ

με αγάπη

Γαβριήλ

pylaros είπε...

e - periodiko mas official


Ευχαριστώ για τα τόσο ενθαρρυντικά σου λόγια: (Καθηλωτική ιστορία, με εξαιρετική περιγραφή!!!

με εκτίμηση
Γαβριήλ

Maria Kanellaki είπε...

Μου άρεσε που άφησες ανοιχτό το τέλος, έτσι ώστε ο καθένας να βάλει τη δική του εξέλιξη στην ιστορία.
Οι περιγραφές και η διήγησή σου είναι ολοζώντανες Γαβριήλ! Σαν να το έβλεπα να προβάλεται μπροστά μου.
Ελπίζω το "σεντούκι" με τις αναμνήσεις να κρύβει πολύ υλικό ακόμα.
Την καλησπέρα μου Γαβριήλ!

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Μ. Κανελλάκη,

Το τέλος της ιστορίας το γνωρίζω όμως θα χρειαζοταν άλλη μια ολόκληρη σελίδα ή και πάρα πάνω για να το περιγράψω.
Αλλά έτσι που τελειώνω αφήνω στον αναγνώστη να διαλέξει την εικόνα που νομίζει ότι χωράει στο σκηνικό.

Το σεντούκι μου αν και παλιό είναι γεμάτο βιωματικό υλικό το οποίο έχει καταγραφεί στα κιτάπια της μνήμης.
χίλια ευχαριστώ

Γαβριήλ

Μηθυμναίος είπε...

Αλήθεια, γιατί κάτι απρόοπτα περιστατικά, μέσα στην ανέμελη νύχτα, να χαλάνε τις ξέγνοιαστες στιγμές όταν δυο σώματα αγκαλιά στη μέση του παλιού σομιέ αφέθηκαν από την αγκαλιά του έρωτα σ’ αυτή του μορφέα…

Πόσες ιστορίες ακόμη έχεις να διηγηθείς, Γάβο

pylaros είπε...

Άλλα είναι τα πρωτεύοντα όταν είσαι νέος, άλλα είναι όταν έχεις φθασει πια στην ωρίμανση ,

¨ομως οι μνήμες των τότε γεγονότων είναι ζωντανές και κατα κάποιον τρόπο δημιουργούν ένα polifacetico περιβάλλον σήμερα.

ευχαριστώ, φίλε Στράτο

Γαβριήλ