Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

Εικόνες με λέξεις

                                                       Εικόνες με λέξεις:

Σα νύχτωσε το φως του λύχνου μετά βίας φώτιζε τις γυναικείες σκιές που καθόταν ξαγρυπνώντας γύρω απ’ το φέρετρο του νεκρού που κείτονταν στη μέση της σάλας του σπιτιού,  με τα λυτά τσεμπέρια τους σιγοκλαίγανε  και μοιρολογούσαν.

Η  μοιρολογίστρα η κυρά Ευανθία ήταν σπίτι της έξαινε μαλλί προβάτου να το έχει έτοιμο για να γνέσει, όταν άκουσε την καμπάνα να σημαίνει λυπητερά,   τα παράτησε και πήγε στο ξενύχτι  έλυσε τις πλεξούδες των μαλλιών της σε μια μάζα ψαρών κατσαρών φουντωτών μαλλιών και άρχισε να τα τραβάει ένα, ένα,  να κλαίει  και να οδύρεται για την συμφορά που μας βρήκε.
Έμοιαζε σκηνή αρχαίας τραγωδίας.
Ο γείτονας ο Αντώνης  είχε φέρει μερικά φύλλα χαρτιού  από το βιβλίο με τις προφητείες του Αγαθάγγελου, αφού τις  διάβαζε και μας έλεγε ότι το αίμα θα φθάσει ένα ζωνάρι στα στενά,  (του Βοσπόρου) το χρησιμοποιούσαν για τσιγαρόχαρτο, το γέμιζαν με χοντροκομμένο ταμπάκο, αυτόν που έκοβε ο πατέρας με μαχαίρι της κουζίνας κι έστριβαν τσιγάρο. Ο πυριόβολος με το φυτίλι, άλλαζε χέρια συνεχώς.

Η Θοδώρα σερβίριζε καφέ, χωρίς ζάχαρη από ψημένα ρεβίθια.  


Στην στροφή του δρόμου εκεί κάτω στο αυλάκι  φάνηκαν τα πρώτα κοράκια, πετούσαν χαμηλά κι έκρωζαν. Απ’ το έρημο διώροφο παλάτι του Ροή,  αυτού που είχε πλουτίσει στην Ρουμανία, τώρα έρημο αναδινόταν μια βρώμα κοπριάς προβάτων, κάποιος τσοπάνης, χρησιμοποιούσε το υπόγειο του αρχοντικού  για μαντρί.
Στη ρεματιά μέσα στο αυλάκι φάνηκε το κουφάρι ενός γαϊδάρου, τα κοράκια μάλωναν αναμεταξύ τους. Η κηδεία προχωρούσε, ο παπάς έψαλλε, οι κατακτητές Ιταλοί μαζεμένοι  κοίταζαν απ’ το παράθυρο του  σπιτιού του Μπαρμπέτα,  που είχαν επιτάξει και γελούσαν…
Τα παιδιά που κρατούσαν τα εξαπτέρυγα, κρυφογελούσαν χαρούμενα στο τέλος της κηδείας θα τους έδιναν χαρτζιλίκι.

Αλλά ποιος ήταν αυτός που τον πήγαιναν τέσσερις;
Αλλά γιατί να σας κουράσω, τι σημασία έχει ποιος ήταν ο νεκρός, αλλά έστω για σας φύγει η περιέργεια, ήταν ο Βαγγέλης, αυτός ο συγχωριανός μας που είχε σπείρει εκεί πάνω στο βουνό φακή, την νύχτα κοιμόταν στο χωράφι μέσα για να μη του την κλέψουν.
Ε! λοιπόν κάποιος τούδωσε μια τσεκουριά και του άνοιξε το κεφάλι στα δυο.
Αυτός που τον βρήκε ο Γιώργος που έκαιγε καμίνι έτρεξε στο χωριό να μας δώσει τα σκαρίκια, με τα μάτια γουρλωμένα κόκκινος από την συγκίνηση ήρθε σπίτι μας  ώστε να πάνε παρέα να ειδοποιήσουν την οικογένειά του…

Η σκηνή στα Μαρκάτα Πυλάρου Κεφαλληνίας  έτος 1942


                                            Γαβριήλ Παναγιωσούλης 






6 σχόλια:

Maria Kanellaki είπε...

Πολύτιμες μνήμες απ' τα πατρογονικά σου, ξεχασμένες λέξεις, φόρτιση, συγκίνηση, η παλιά σου φωτογραφία... ένα υπέροχο χαρμάνι που έχει τη σφραγίδα σου Γαβρίλη.
Συγκινήθηκα πολύ με την εφηβική σου φωτογραφία.
Καθάριο βλέμμα και καλωσυνάτα χαρακτηριστικά.
Να είσαι καλά!

Αστοριανή είπε...

ο Βαγγέλης, αυτός ο συγχωριανός μας που είχε σπείρει εκεί πάνω στο βουνό φακή, την νύχτα κοιμόταν στο χωράφι μέσα για να μη του την κλέψουν. ΓΠ


ΑΧ! και μου θύμησες κάποιον άλλο... που έχει πάρει την άγνωστη οδό, καιρό.............

Ναι, ήσουν ομορφόπαιδο, τότε,
και αξιαγάπητος τώρα.......

Χαιρετισμούς,
Υιώτα

Dennis Kontarinis είπε...

Αυτές τις μέρες διαβάζω το βιβλίο του συντοπίτη μας Αγγελοδιονύση Δεμπόνου που έχει κάτι παρόμοιες σκηνές από την καθημερινή ζωή της Κεφαλονιάς.
Στ΄αλήθεια δίνεις πολύ παραστατικά αυτές τις ανθρώπινες στιγμές έτσι όπως έννοιωθαν τότε να τις ζούν.
Καλή σου μέρα φίλε.

pylaros είπε...

Αγαπητή μου κ. Κανελλάκη,

Είναι και αυτές οι μνήμες όπως λες κι εσύ (ένα υπέροχο χαρμάνι που έχει τη σφραγίδα σου Γαβρίλη.)
Σε ευχαριστώ πολύ,

με εκτίμηση
Γαβριήλ

Υ.Γ. Τώρα διερωτώμαι γιατί να ασχολούμαι με το χθες σα να μην υπάρχει το σήμερα;
Ψάχνω στην συνείδηση μου να το βρω, και σκέπτομαι ίσως σήμερα να μην με εντυπωσιάζει τίποτα πλέον, ή ίσως να έχω μπουχτίσει από την κοινωνία, ή ακόμα και από την τετραγωνισμένη ζωή, χωρίς καρδιοχτύπια, χωρίς αναμονή κάτι τι σπουδαίου που θα άλλαζε την ζωή μου, απλούστατα παραμένω θεατής σε ένα μονοπάτι που ο περπατητής είμαι εγώ, χωρίς να μπορώ να ξεφύγω.

Α! λέω κάτι μου λείπει, αλλά τι; ίσως η παρέα, ίσως η ανταλλαγή σκέψεων ή ακόμα και έρευνας πάντως η ζωή είναι ένα αίνιγμα...
Α! το βρήκα ίσως να είναι η ώριμη ηλικία, μα και πάλι;
πολυλόγησα, με συγχωρείς

Γαβριήλ

pylaros είπε...

Αγαπητή μου Υιώτα,

Τα νιάτα φύγανε, έμεναν οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες,

Ψάχνω να βρω και τι άλλο έμεινε, οι αναμνήσεις, η απογοήτευση από το σήμερα;
δεν ξέρω τι να πω!

ευχαριστώ, χαιρετισμούς

Γαβριήλ

pylaros είπε...

γεια σου φίλε Ντένη,
Αυτό το βιβλίο του Α. Δεμπόνου το έχω διαβάσει, είναι η ιστορία του τόπου μας,

Οι εικόνες του τότε ζωντανές μέσα μου, οι εικόνες του σήμερα κουρασμένες άτονες μονότονες αργοπεθαίνουν πριν προλάβω να αποστηθίσω!

Ευχαριστώ

Γαβριήλ