Η ζωή εν πλω σε φορτηγό βαπόρι είναι μονότονη, νιώθαμε τον γδούπου των κυμάτων, αυτών που έσπαγαν τη μούρη τους στην πλώρη και το έκαναν να τρέμει λες κι είχε πυρετό κι αισθανόμαστε να ξεθωριάζει η ελπίδα ότι κάποτε θα πατούσαμε στεριά. Στο πρόσωπό μας στέγνωνε η άχνη της αρμύρας. Για να περνά η ώρα, μερικοί έπαιζαν χαρτιά, εγώ διάβαζα λογοτεχνία που μου δάνειζε ο ασυρματιστής, όπως την Ανάσταση και την Άννα Καρενίνα του Τολστόι, τους Άθλιους του Βίκτωρ Ουγκώ, το Μάνα του Μάξιμο Γκόργκι, τον Παίκτη του Ντοστογιέφσκι, το Ντεζιρέ της Άννας Μαρίας Σελίνγκο, ο Ξένος του Αλμπέρ Καμύ, τους δέκα μελλοθάνατους της Άγκαθα Κρίστι κι άλλα πολλά.
Ένα μεξικανός είχε φέρει εικονογραφημένες νουβέλες σε βιβλία, (μια εύκολη εκμάθηση των ισπανικών) και το Bohemia της Κούβας. Στο βαπόρι δεν υπήρχε ούτε ραδιόφωνο ούτε τηλεόραση. Έτσι όταν φτάναμε σε λιμάνια επηρεασμένος από τους ήρωες των βιβλίων έψαχνα να βρω έναν Γιάννη Αγιάννη, μια Τιτίκα, το μόνο που συναντούσα ήταν γυναίκες ελευθέρου έρωτα.
Ένα βράδυ στο λιμάνι Μπάρριος της κεντρικής Αμερικής, καθώς έσβηνε η μέρα και ο ορίζοντας είχε στολιστεί μ’ ένα πορτοκαλί χρώμα, ακουμπισμένος στη κουπαστή κοίταζα τον ήλιο που σα κόκκινος δίσκος εξαφανιζόταν, είδα τον εαυτόν μου σαν απομεινάρια φλόγας που πάει να γίνει στάχτη, να χαθεί. Τρόμαξα, για πρώτη φορά αισθάνθηκα μόνος, βγήκα στη στεριά να κάνω ένα περίπατο. Είχα βαρεθεί τα τόσα πολλά γυναικεία κορμιά, τα γλέντια, τα πιοτά τις γυναίκες χωρίς καρδιά, είχα βαρεθεί την εκμετάλλευση, τη λάσπη των λιμανιών, τις φωτεινές επιγραφές, την περιπλάνηση σε εξωτικούς ψεύτικους παραδείσους.
Σκεφτόμουν ποιο να είναι το πεπρωμένου μου; Διερωτόμουν αν σε κάτι έφταιξα; Αναλογιζόμουν που πήγαν τα τόσα χρόνια μου στο πέλαγος; Με μιας άνοιξαν οι ουρανοί, άρχισε να βρέχει, αυτές τις στιγμιαίες τροπικές βροχές. Έτρεξα να προφυλαχθώ, βρέθηκα σ’ ένα άγνωστο μονοπάτι γεμάτο λάσπη, τα παράλληλα χαντάκια είχαν γεμίσει νερό, οι βάτραχοι τσαλαβουτούσαν και χαλούσαν τον κόσμο με τις φωνές τους. Ξάφνου μπροστά μου φάνηκε μια φτωχή καλύβα, δυο κίτρινοι ήλιοι λουλούδια στέκονταν κολόνες στις άκρες μιας ανοιχτής πόρτας και στη μέση το χαμόγελο μιας γυναίκας. Τότε κατάλαβα ήταν η Τιτίκα μου, η ζωή μου, αυτή που μου έστειλαν οι ουρανοί, το απάγκιο από τη βροχή, μα και της περιπλανώμενης ψυχής μου.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Σάββατο 29 Μαρτίου 2008
Σάββατο 22 Μαρτίου 2008
Οι Γλάροι, η Ελπίδα, σε NOIR
Η φωνή του δεσμοφύλακα τρυπούσε τα αυτιά των κρατουμένων, κρατούσε μια μαγκούρα, έτσι για να δίνει έμφαση στο ποιος ήταν το αφεντικό.
Ώρα να κλειστείτε στα κελιά σας ωρυόταν, θα έπρεπε να περάσουν από μια παγωμένη αυλή, όπου από κάθε γωνία της, τους παρατηρούσαν οπλισμένοι φύλακες, ανεβασμένοι στις σκοπιές τους. Από την αυλή αυτή ξεκινούσε μια σιδερένια σκουριασμένη και παγωμένη σκάλα, αυτή που οδηγούσε στο δεύτερο όροφο, εκεί όπου βρισκόταν τα κελιά τους. Ο Μίκης σήκωσε το κεφάλι του ψηλά, ένα κύμα από γλάρους πετούσαν στον ουρανό, έκαναν βουτιές στο λιμάνι, κράζοντας χαρούμενα. Άρχισε να τους μετράει, η ελπίδα ελευθερίας φούντωσε μέσα του σα να ήταν γλάρος. Δεν άντεξε, τους φώναξε!
«Eε! εσείς αδέλφια μου πουλιά, να ξέρατε πόσο σας ζηλεύω που πετάτε ελεύθερα, θαλασσοπούλια μου, καθρέφτες της ψυχής μου, που κυνηγάτε τα βαπόρια στης προπέλας τα αφρώδη απόνερα.»
Θόρυβος ακούστηκε από πίσω του, προχωρείτε φώναζαν… το σπρώξιμο από την ανθρώπινη μάζα ισχυρό, καταπιεστικό. Μάταια κρατιόταν από τις χειρολαβές της σκάλας, δε άντεχε άλλο. Έφτασε ως το κεφαλόσκαλο, κρατήθηκε, οι άλλοι τον έσπρωχναν, προχώρα μην χαζεύεις θα σε τσακίσουν οι από πίσω του φώναξε ο διπλανός του.
«Μα, οι γλάροι μου»…
Μπροστά του έχασκε η πόρτα της φυλακής τα κάγκελά της φάνταζαν σαν δόντια σε στόμα θηρίου, που περίμεναν να καταπιούν έναν καινούριο Ιωνά.
Σπρώχτηκε, καταβροχθίσθηκε στην κοιλιά του σκοτεινού ματωμένου υγρού κελιού, ένα κύμα μίσους ανημποριάς τον κυρίεψε, εναντίων του κατεστημένου, εναντίον των ανθρώπων, δεν είπε τίποτε σε κανένα, ποιος θα τον άκουγε;
Τράβηξε για το στρώμα του, ξάπλωσε και κλείστηκε στον εαυτόν του ακόμα πιο πολύ… με όνειρα την ελπίδα, τη θάλασσα, τους γλάρους, τα βαπόρια.
Οι γλάροι τον συντρόφευαν στην καταχνιά της ζωής του σε αυτό το νησί των κατατρεγμένων τo 'Έλλις,' σφηνωμένο στο στόμιο του λιμανιού της Νέας Υόρκης.
Η λύτρωση ήρθε από τη θάλασσα καβάλα σε δελφίνι σε φόρμα βαποριού με όνομα του μεγάλου βουνού της Κεφαλονιάς «Αίνος», αυτού με τη μαύρη ελάτη όπου ζουν τα άγρια άλογα του.
Το βαπόρι ‘Αίνος’ σημαία Παναμά, κι ο Μάκης για χρόνια αρμένιζαν στους αφρούς των κυμάτων, συνοδευόμενοι από τους γλάρους, μαζί με την ελπίδα. Η θάλασσα τον πήρε στην αγκαλιά της, τον βάφτισε με αρμυρό νερό, του χάρισε τη γυναικεία αγκαλιά, την αγάπη, τον έρωτα, την ανθρώπινη κατανόηση, την ευτυχία.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Παρασκευή 14 Μαρτίου 2008
Η άμμος και ο λύχνος:
Κόκκινα φορούσε ο παπάς, κόκκινη ήταν και η νεκροφόρα, κόκκινο το φέρετρο,
κόκκινα φορούσαν οι πενθούντες.
Εγώ όταν είδα την κηδεία ν’ άρχετε καταπάνω μου έτρεξα και κρύφτηκα στο σπίτι.
Απ’ τα παντζούρια του παραθύρου, έβλεπα την κηδεία χωρίς αυτοί να με βλέπουν.
Φώναξα και τους άλλους να έρθουν να δουν, κανένας δεν ήρθε.
Περνώντας απ’ έξω οι πενθούντες μου έριχναν χούφτες άμμο.
Ένα τούβλο τόσο δα μικρό, πέρασε τον τοίχο κι έπεσε στα πόδια μου.
το σήκωσα στα χέρια μου, ήταν γεμάτο άμμο.
Αφού πέρασε η κηδεία βγήκα έξω στην αυλή, ο τοίχος του σπιτιού μου γεμάτος άμμο.
Το κορίτσι ανάλαφρα ανέβηκε στο πρεβάζι του παραθύρου κι ακόμα πιο πάνω
κι άρχισε να καθαρίζει την άμμο.
Της φώναξα να προσέχει, δεν με άκουσε, έπεσε όρθια μες την αυλή, απαλά ανάλαφρα σαν πουλί και στάθηκε δίπλα μου.
Άρχισα να μαζεύω την άμμο, απ’ το παράθυρο του υπογείου που είχε καλυφθεί,
την έβανα σε χάρτινα κουτιά από παπούτσια, μα ήταν τόση πολύ!
Η κηδεία είχε προχωρήσει, από πίσω ακολουθούσαν τα αυτοκίνητα, αυτά που μου είχαν φράξει το δρόμο.
Απ’ την αυλή μου κοίταζα το δρόμο, το κορίτσι δίπλα μου ντυμένη στα γαλάζια,
κομψή όμορφη κοίταζε εμένα.
Ένιωθα ευτυχισμένος, δεν ξέρω γιατί;
«Δεν ήξερα ότι στις κηδείες πετούν άμμο;» της είπα.
Αυτή με κοίταξε, μου χαμογέλασε χωρίς ν’ απαντήσει.
Μετά ξύπνησα, είχα αποκοιμηθεί.
Σηκώθηκα, μηχανικά πήγα να βρέξω το πρόσωπό μου λίγο νερό.
Σταμάτησα, φοβήθηκα την κρυάδα του νερού.
Εις μάτην αναζήτησα τη γυναίκα.
Έψαξα στο βάθος της ψυχής μου, προσπαθώντας να ξεδιαλύνω τ’ όνειρο.
Άρχισα να κλαίω, αισθανόμουν απελπιστικά μόνος.
Κοίταξα τα ερείπια του σπιτιού μου, απ’ έξω στην αυλή κάτω ακριβώς απ το παράθυρο του υπογείου αυτού που είχε καλυφθεί με άμμο, μια μισό-ξηραμένη τριανταφυλλιά άνθιζε λευκά τριαντάφυλλα σε χρώμα αγνότητας περιμένοντας τον γυρισμό μου, έμοιαζαν της κοπέλας, έσκυψα και τα φίλησα. Πιο κει ένα σκουριασμένο τσαλακωμένο λυχνάρι, ‘αυτό που ήταν παρών όταν γεννήθηκα,’ κειτόταν πεταμένο σε μια γωνιά μισό-σκεπασμένο με άμμο, έμοιαζε εμένα.
Γονάτισα, έχωσα τα χέρια μου στην άμμο, πήρα στα χέρια μου το λυχνάρι, το κοίταξα με λαχτάρα, άρχισα να μετρώ τις περιπέτειες της ζωής μου σε κόκκους, μέσα απ’ αυτούς φάνηκε το χρώμα της θάλασσας, έμοιαζε σα το ντυμένο στα γαλάζια κορίτσι, δάκρυσα για τα χαμένα όνειρα, κατάλαβα ότι ο νικητής ήταν η φθορά του χρόνου…
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
*
Παρασκευή 7 Μαρτίου 2008
ΤΑ ΧΕΡΙΑ: ΣΕ NOIR
(Ξεκινώντας από τη Νέα Ορλεάνη, με ένα παλιό (σαπιοκάραβο) φορτηγό βαπόρι, 5000 τόνων, φορτωμένοι ρύζι με προορισμό -Chalna, Bangladesh- ταξιδεύοντας με 5 ναυτικά μίλια την ώρα, κάνοντας το γύρω του ακρωτηρίου της καλής Ελπίδας, φυσικά ‘πιάσαμε’ για τρόφιμα, επισκευές σε αβαρίες και καύσιμα σε Κούβα, Βραζιλία, Νοτιοαφρικανική ένωση και Colombo Sri Lanka. Μετά από 120 μέρες εν πλω αγκυροβολήσαμε στον προορισμό μας, στον κόλπο της Βενγκάλης στο Δέλτα των ποταμών Γάγγη, Βραχμαπούτρα και Μέγκνα, να ξεφορτώσουμε μερικό φορτίο για να ελαφρύνει το βαπόρι και να μπορέσει να συνεχίσει το ταξίδι του στο ποτάμι μέχρι να φανεί η Chalna, τελικά πήγαμε Chitagong.)
Τα νερά του δέλτα των ποταμών θολά βρώμικα. Μετά από τη μερική ξεφόρτοση στο αγκυροβόλιο του δέλτα το βαπόρι με ελαφρωμένο στομάχι βογκώντας και αναστενάζοντας ανέβαινε ενάντια στο ρεύμα του ποταμού που έμοιαζε σα να ξερνούσε αίμα, ανακατεμένο με τα κόκκινο-καφετιά νερά του. Το δέσανε στο μόλο πάνω σε κάτι παλιές σκουριασμένες δέστρες που φαινόταν σα μανιτάρια μέσα σε ένα μουντό-μουχλιασμένο τοπίο. Αμέσως άρχισαν να τρώνε τα σωθικά του άνθρωποι σαν τα μερμήγκια έκαναν σειρές κουβαλώντας στο κεφάλι τους τα σακιά το ρύζι. Επικρατούσε ζέστη και άπνοια, κολλούσαν τα ρούχα στο δέρμα σου. Περνώντας τόσες πολλές μέρες στο πέλαγος, με την αρμύρα της θάλασσας στα χείλη μου επάνω, κουρασμένος απ’ το νανουριστικό κλυδωνισμό του βαποριού, με την πρώτη ευκαιρία έτρεξα έξω, να δω άλλους ανθρώπους, να πατήσω χώμα στερεό, ευλογημένο. Ανέβηκα σε ένα τρίκυκλο ποδήλατο -το ταξί τους,- του είπα να με αφήσει στο κέντρο της πόλης. Μετά από μια μικρή περιπλάνηση τα βήματά μου μ’ έφεραν σ’ ένα χωματένιο δρόμο όπου οδηγούσε στην αγορά.
Στις άκρες του δρόμου ανθρώπινες ψυχές είχαν φωλιάσει σε σκελετωμένα κορμιά τα περισσότερα σακάτικα που για να κρύψουν τη γύμνια τους σκεπαζόταν με μια καφέ χωματένια αποξηραμένη λάσπη, με τεντωμένα τα χέρια τους εκλιπαρούσαν ελεημοσύνη.
Τα χέρια έμοιαζαν με βλαστάρια, κάτι βλαστάρια καφετιά σαν αποξηραμένα στάχυα, σάρκινα, κοκαλιάρικα, φαινόταν σα να ξεφύτρωναν από ένα βρώμικο σεληνιακό τοπίο, κουνιόταν πότε δεξιά πότε αριστερά σύμφωνα με τα βήματά μου, λες κι εγώ ήμουν ο θεός τους, οι δε φωνές των ψυχών έμοιαζαν σαν κρωγμοί κοράκων.
Κοίταζα σαστισμένος μην πιστεύοντας τα μάτια μου, έως που ένιωσα τα χέρια να με αγγίζουν από πίσω, γύρισα το κεφάλι ένα σωρό παιδιά με τα χέρια απλωμένα φώναζαν όλα μαζί. Μπαξίσι, μπαξίσι, τάχυνα το βήμα μου να βγω από αυτή τη γειτονιά, τα παιδιά με ακολουθούσαν σ’ ένα ασφυκτικό κλοιό. Για να ελευθερωθώ έπιανα τα χέρια και τα τσίμπαγα, τσιμπιές στριφτές, έφευγαν, αμέσως ερχόταν άλλα. Κάπως έτσι θα πρέπει να είναι και η κόλαση σκέφτηκα, ομολογώ ότι είχα φοβηθεί, επιτέλους κάποτε φάνηκε ένας ασφαλτοστρωμένος δρόμος, στο βάθος διέκρινα ένα σπίτι πράσινου χρώματος με μεγάλη θολωτή πόρτα και παράθυρα, ανοιχτή αυλή χωρίς πόρτα. Μπήκα μέσα, τα παιδιά με ακολουθούσαν, κοίταξα από την πόρτα άνδρες στα άσπρα ντυμένοι προσευχόταν γονατιστοί, από κάπου φάνηκε ένας άνδρας με άσπρη κελεμπία, μου έδειξε την πόρτα προς το δρόμο, κάτι είπε στα παιδιά που εξαφανίσθηκαν, μετά μπήκε κι αυτός μέσα και γονάτισε, διερωτήθηκα, να ήταν άραγε ο παράδεισός τους;
Ο ήλιος κόντευε να κρυφτεί απ’ τον ορίζοντα σαν ένα κατακόκκινος δίσκος σύμβολο της φοβερής ζέστης και της αυριανής ελπίδας. Ευτυχώς περνούσε ένα τρίκυκλο ποδήλατο, το σταμάτησα, στο λιμάνι του είπα. Οι λιμενικοί ντυμένοι με την άσπρη στολή τους με τα χρυσά και μαύρα σιρίτια τους, με τα λευκά πηλίκιά τους και τ' άσπρα γάντια τους ανυπόμονοι πρόσμεναν τη δύση του ηλίου, για να επιδοθούν σε φαγοπότι…
Ήταν Ραμαζάνι…
Ο ΘΕΟΣ ΤΩΝ ΦΤΩΧΩΝ
Τ’ αστέρια πέφτουνε στη Γη
σαν κέρινες φλογίτσες,
είναι οι ψυχές του ουρανού,
που πλέουνε στον ποταμό το Γάγγη.
*
Χέρια κοκαλιάρικα μ’ αγγίζουν,
λερές παλάμες απλωμένες,
σπαρακτικές φωνές.
«Θεέ μου! Δώσε μας μπαξίσι.»
*
Θεός, ελπίδα των φτωχών,
στα μάτια τους είμαι κι εγώ,
ένας περαστικός Θεός,
αφού είμαι ένας ναυτικός.
.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Κυριακή 2 Μαρτίου 2008
Απολογία
Κοίτα με καλά κυρ αστυνόμε μου; Μοιάζω εγώ για δολοφόνος και με ρωτάς γιατί έκλεισα το μπακάλικό μου, σαν απόδειξη ενοχής μου; Είμαι ένας απλός φιλήσυχος πολίτης. Έχω περάσει εδώ στη χώρα της αιωνίας Άνοιξης, στη χώρα των Μάγια, ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου, τη θεωρώ ένα κομμάτι του εαυτού μου.
Όταν μπήκε μέσα ο νεαρός, μου έριξε μια ματιά που πάγωσα. Τα φρύδια του πυκνά σκέπαζαν δυο μάτια που γυάλιζαν, μαλλιά μαύρα σγουρά, έμοιαζαν σαν προβιά από την απλυσιά. Τα χείλη του κόκκινο-καφετιά πρησμένα, απ τις άκρες τους κυλούσε ένα ρυάκι αφρού, λες και είχε λύσσα. Φορούσε ένα πουκάμισο πράσινο με ρίγες μαύρες, «Θεέ μου τι άσχημο χρώμα σκέφτηκα» ήταν κουμπωμένο μόνο με το κάτω κουμπί και είχε το χέρι του περασμένο μέσα απ’ το άνοιγμα σα να κρατούσε πιστόλι.
“Τα λεφτά σου, μου σφύριξε.”
Ενστικτωδώς έβαλα το χέρι στην τσέπη μου, να πιάσω το σουγιά μου. Ήταν μια αυθόρμητη κίνηση.
“Τι λεφτά αφού δεν έχω.”
Πριν προλάβω να συνεχίσω άρπαξε απ’ τον πάγκο ένα πανέρι γεμάτο αυγά και το έβαλε στα πόδια.
Πως είπες κυρ αστυνόμε μου, δεν σε ενδιαφέρουν όλα αυτά; Αλλά σου τα λέω διότι θέλω να με καταλάβεις.
Μα όχι κυρ αστυνόμε μου, δεν έχω ανακατευτεί ποτέ στην πολιτική, ούτε έχω φίλους δικαστές.
Το επάγγελμά μου ναυτικός, τώρα το πως βρέθηκα εδώ με μπακάλικο; Ε! αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Έχεις ακούσει καμιά φορά για τον Οδυσσέα;
«Μα ναι, το έχω διαβάσει στα κόμικς.»
«Ε! λοιπόν, εγώ εδώ βρήκα την Καλυψώ.»
«Εννοείς τη μάγισσα;»
«Έ, όχι κυρ αστυνόμε μου, εννοώ μια γυναίκα.»
Με κοίταξε παράξενα, ήταν φανερό ότι δεν με πίστευε.
«Κυρ αστυνόμε μου, από μικρός πάντοτε κουβαλούσα μαζί μου ένα σουγιά, είναι μια συνήθεια που φέρνω μαζί μου απ’ το μέρος που γεννήθηκα. Πάντοτε είχα την λάμα του ανοιχτή και κρυμμένη κάτω απ’ το μανίκι του πουκαμίσου στον καρπό του χεριού. Ήταν ένα είδος ασφάλειας του ατόμου μου στις κακόφημες συνοικίες των λιμανιών, στις αρπαχτικές διαθέσεις των σειρήνων, απ’ τους ποδηλάτες του Κίνγκστον, ένα ψυχολογικό αντιστάθμισμα της ύπαρξής μου.
Λοιπόν όπως σου έλεγα κυνήγησα τον κλέφτη, τον πρόφτασα στην στροφή του δρόμου, είχε βάλει το πανέρι με τ’ αβγά στο κεφάλι του και προχωρούσε γρήγορα, δεν έτρεχε για να μη δώσει υποψία.
Χωρίς μιλιά του κατάφερα μια μαχαιριά στον πισινό, σα μια γρατσουνιά, όχι για να τον σκοτώσω αλλά για να μου δώσει το πανέρι. Αυτή την στιγμή είδα τον εαυτόν μου μικρό παιδί να προχωρεί στα λασπωμένα καλντερίμια των λιμανιών, γυναίκες της νύχτας να με φωνάζουν από δεξιά, από αριστερά σαν αρπακτικά όρνεα κι εγώ να προχωρώ με τον σουγιά ανοικτό κρυμμένο στην τσέπη.
Πως είπες κυρ αστυνόμε μου ξέφυγα απ το θέμα;
Μα θέλω να σου δώσω να καταλάβεις ότι ο σουγιάς είναι για μένα ένα φυλακτό, κάτι σαν εικόνισμα, τον κουβαλάω απ’ τη μέρα που γεννήθηκα, είναι το μέρος μου, το χωριό μου, τα Μαρκάτα, η Κεφαλονιά μου, η πίστη μου, κάτι τι δικό μου που με προστατεύει, στη αρχή όταν ήμουν μικρός είχα έναν άγαρμπο σουγιά Κολοκοτρώνη, μετά ένα ποιον λεπτό το λεπενάρι, και τώρα έχω Ελβετικό με πολλές λάμες.
Δεν είμαι εκ προμελέτης φονιάς που θέλετε να με παρουσιάσετε.
«Άντε τελείωνε, μετά τι έγινε;»
Τελειώνω κυρ αστυνόμε μου, τελειώνω.
Ο κλέφτης έβγαλε μια φωνή ωχ! Γύρισε το κεφάλι και με κοίταξε έκπληκτος, είναι δικά μου είπα ξανασήκωσα το σουγιά, άφησε το πανέρι κάτω κι άρχισε να τρέχει, γέμισα τα χέρια μου σπασμένα αυγά, τα πήρα έτρεξα προς το μαγαζί.
«Φτάνει μέχρι εδώ, με ζάλισες, δεν μου λες από ποιο μέρος είσαι;»
Μα από την Πύλαρο, κυρ αστυνόμε μου, από την Πύλαρο.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Όταν μπήκε μέσα ο νεαρός, μου έριξε μια ματιά που πάγωσα. Τα φρύδια του πυκνά σκέπαζαν δυο μάτια που γυάλιζαν, μαλλιά μαύρα σγουρά, έμοιαζαν σαν προβιά από την απλυσιά. Τα χείλη του κόκκινο-καφετιά πρησμένα, απ τις άκρες τους κυλούσε ένα ρυάκι αφρού, λες και είχε λύσσα. Φορούσε ένα πουκάμισο πράσινο με ρίγες μαύρες, «Θεέ μου τι άσχημο χρώμα σκέφτηκα» ήταν κουμπωμένο μόνο με το κάτω κουμπί και είχε το χέρι του περασμένο μέσα απ’ το άνοιγμα σα να κρατούσε πιστόλι.
“Τα λεφτά σου, μου σφύριξε.”
Ενστικτωδώς έβαλα το χέρι στην τσέπη μου, να πιάσω το σουγιά μου. Ήταν μια αυθόρμητη κίνηση.
“Τι λεφτά αφού δεν έχω.”
Πριν προλάβω να συνεχίσω άρπαξε απ’ τον πάγκο ένα πανέρι γεμάτο αυγά και το έβαλε στα πόδια.
Πως είπες κυρ αστυνόμε μου, δεν σε ενδιαφέρουν όλα αυτά; Αλλά σου τα λέω διότι θέλω να με καταλάβεις.
Μα όχι κυρ αστυνόμε μου, δεν έχω ανακατευτεί ποτέ στην πολιτική, ούτε έχω φίλους δικαστές.
Το επάγγελμά μου ναυτικός, τώρα το πως βρέθηκα εδώ με μπακάλικο; Ε! αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Έχεις ακούσει καμιά φορά για τον Οδυσσέα;
«Μα ναι, το έχω διαβάσει στα κόμικς.»
«Ε! λοιπόν, εγώ εδώ βρήκα την Καλυψώ.»
«Εννοείς τη μάγισσα;»
«Έ, όχι κυρ αστυνόμε μου, εννοώ μια γυναίκα.»
Με κοίταξε παράξενα, ήταν φανερό ότι δεν με πίστευε.
«Κυρ αστυνόμε μου, από μικρός πάντοτε κουβαλούσα μαζί μου ένα σουγιά, είναι μια συνήθεια που φέρνω μαζί μου απ’ το μέρος που γεννήθηκα. Πάντοτε είχα την λάμα του ανοιχτή και κρυμμένη κάτω απ’ το μανίκι του πουκαμίσου στον καρπό του χεριού. Ήταν ένα είδος ασφάλειας του ατόμου μου στις κακόφημες συνοικίες των λιμανιών, στις αρπαχτικές διαθέσεις των σειρήνων, απ’ τους ποδηλάτες του Κίνγκστον, ένα ψυχολογικό αντιστάθμισμα της ύπαρξής μου.
Λοιπόν όπως σου έλεγα κυνήγησα τον κλέφτη, τον πρόφτασα στην στροφή του δρόμου, είχε βάλει το πανέρι με τ’ αβγά στο κεφάλι του και προχωρούσε γρήγορα, δεν έτρεχε για να μη δώσει υποψία.
Χωρίς μιλιά του κατάφερα μια μαχαιριά στον πισινό, σα μια γρατσουνιά, όχι για να τον σκοτώσω αλλά για να μου δώσει το πανέρι. Αυτή την στιγμή είδα τον εαυτόν μου μικρό παιδί να προχωρεί στα λασπωμένα καλντερίμια των λιμανιών, γυναίκες της νύχτας να με φωνάζουν από δεξιά, από αριστερά σαν αρπακτικά όρνεα κι εγώ να προχωρώ με τον σουγιά ανοικτό κρυμμένο στην τσέπη.
Πως είπες κυρ αστυνόμε μου ξέφυγα απ το θέμα;
Μα θέλω να σου δώσω να καταλάβεις ότι ο σουγιάς είναι για μένα ένα φυλακτό, κάτι σαν εικόνισμα, τον κουβαλάω απ’ τη μέρα που γεννήθηκα, είναι το μέρος μου, το χωριό μου, τα Μαρκάτα, η Κεφαλονιά μου, η πίστη μου, κάτι τι δικό μου που με προστατεύει, στη αρχή όταν ήμουν μικρός είχα έναν άγαρμπο σουγιά Κολοκοτρώνη, μετά ένα ποιον λεπτό το λεπενάρι, και τώρα έχω Ελβετικό με πολλές λάμες.
Δεν είμαι εκ προμελέτης φονιάς που θέλετε να με παρουσιάσετε.
«Άντε τελείωνε, μετά τι έγινε;»
Τελειώνω κυρ αστυνόμε μου, τελειώνω.
Ο κλέφτης έβγαλε μια φωνή ωχ! Γύρισε το κεφάλι και με κοίταξε έκπληκτος, είναι δικά μου είπα ξανασήκωσα το σουγιά, άφησε το πανέρι κάτω κι άρχισε να τρέχει, γέμισα τα χέρια μου σπασμένα αυγά, τα πήρα έτρεξα προς το μαγαζί.
«Φτάνει μέχρι εδώ, με ζάλισες, δεν μου λες από ποιο μέρος είσαι;»
Μα από την Πύλαρο, κυρ αστυνόμε μου, από την Πύλαρο.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2008
Το Μπλε Τριαντάφυλλο

Η μάνα του Μίκη μοδίστρα έραβε για όλο το χωριό, ήταν κι αυτό μια εργασία επιβίωσης όλης της οικογενείας στις μαύρες μέρες της κατοχής, αν και χρήματα δεν υπήρχαν εν τούτοις η πληρωμή ήταν πάντα σε είδος, όσπρια, ή λάδι, ή καλαμπόκι, ή τυρί, ή ανταλλαγή εργασίας, ή οτιδήποτε άλλο υπήρχε στο χωριό.
Ο Μίκης έπαιζε με άλλα παιδιά το κουτσό με αμάδα από ένα κομμάτι κεραμίδι, αυτό που είχε σπάσει από την σκεπή της κουζίνας, όταν ένας δυνατός αέρας το ξεκόλλησε και το πέταξε στην αυλή μετατρέποντάς το σε κομμάτια. Έπαιζε και κλώτσαγε την αμάδα με το ένα πόδι χωρίς να αγγίξει τη διαχωριστική γραμμή του παιχνιδιού αυτού που ήταν χαραγμένο στο χωματένιο δρόμο του χωριού. Η μάνα του πάσχιζε να τελειώσει ένα φόρεμα μιας κάποιας χωριανής που το ήθελε την Κυριακή να βγει περίπατο στο νυφοπάζαρο του χωριού. Τι κι αν ήταν ιταλική κατοχή; τι κι αν υπήρχε πείνα; αυτή είχε κάτι παραπάνω από τους άλλους. Ήταν Σάββατο είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν η επιτακτική φωνή της μάνας ακούστηκε.
«Μίκη! Ε! Μίκη έλα σπίτι.»
Το παιχνίδι διαλύθηκε, έμεινε εκεί χαραγμένο στον χωμάτινο δρόμο σαν αθώες ξένοιαστες παιδικές ρυτίδες, που με την πρώτη βροχή θα εξαφανιζόταν.
«Έλα παιδί μου να πας το φόρεμα στην κυρία τάδε. Είναι έτοιμο.»
Ο Μίκης άπλωσε το δεξί του χέρι, εκεί επάνω κρέμασε η μάνα το φόρεμα, διπλωμένο για να μην αγγίζει το έδαφος.
«Πρόσεξε να μην σου πέσει, να της πεις με γεια σας.»
Το χέρι τεντώθηκε ακόμα πιο πολύ, η χαρά του ήταν μεγάλη, θα τους έλεγε με τις υγείες σας και θα τον φίλευαν κάτι. Μόνο που ο σκύλος τους ήταν το εμπόδιο, τον φοβόταν τόσο, από μια φορά που τον είχε δαγκώσει ένας στον πισινό δεν ήθελε ούτε να τους βλέπει. Αλλά θα φώναζε από μακριά, έτσι να ξεσηκώσει όλη τι γειτονιά στο πόδι. Με το δεξί του χέρι πάντα τεντωμένο να ξεκουράζετε πάνω του το φόρεμα, ξεκίνησε για το διπλανό χωριό, έπρεπε να βιαστεί να γυρίσει πριν σκοτεινιάσει. Στην πλατειούλα έξω απ΄ το σχολείο συνάντησε τα παιδιά του διπλανού χωριού. Έπαιζαν ‘γουρουνούλα’. Ο κάθε ένας τους είχε ένα ραβδί και όλοι χτυπούσαν ένα ζαρωμένο κουτί προσπαθώντας να το βάλουν στη μεσαία λούμπα, χωρίς όμως να αφήνουν για πολύ ελεύθερη τη δικιά τους λούμπα εκεί όπου έχωναν τη μύτη του ραβδιού τους. Ο Μίκης στάθηκε και τους χάζευε, η σκόνη του χωματένιου δρόμου απ’ τα χτυπήματα των ραβδιών σηκωνόταν σα μικρό σύννεφο, σκέφτηκε ότι θα βρώμιζε και το φόρεμα. Για να πάει πιο γρήγορα βάδισε για το μονοπάτι, βγήκε πάλι στο δημόσιο δρόμο, εκεί πάνω στη στροφή ήταν και το σπίτι. Στα αριστερά του, φάνηκε η μεγάλη πόρτα της αυλής, πήγε σιγά, σιγά κοντά για να βεβαιωθεί ότι ήταν κλειστή, κόλλησε πάνω της κι άρχισε να φωνάζει τ’ όνομα της γυναίκας. Γαυγίσματα σκύλου ακούστηκαν, ήρθε πίσω απ’ την πόρτα κι έκανε σαν τρελός αλυχτώντας, ο Μίκης κρατούσε το πόμολο σφιχτά και δεν το άφηνε. Απ’ το θόρυβο πήρε χαμπάρι η γυναίκα, μισάνοιξε την πόρτα.
«Τι θέλεις;»
«Σας έφερα το φόρεμα και με γεια σας.»
Έδιωξε το σκύλο, κι άνοιξε διάπλατα.
«Έλα μέσα,» είπε, ο Μίκης μπήκε στηv αυλή, αυτή πήρε το φόρεμα απ’ το χέρι του, το σήκωσε όρθιο, το έβαλε μπροστά της, περπάτησε μισό βήμα, γύρισε δεξιά αριστερά, κοίταξε στα μάτια τον Μίκη να δει αν του έκανε εντύπωση, τέλος του είπε να περιμένει και χάθηκε στο εσωτερικού του σπιτιού, μετά σα ν’ άλλαξε γνώμη βγήκε πάλι έξω και το ρώτησε:
«Πεινάς;»
Ο Μίκης δεν απάντησε, μόνο έγνεψε με το κεφάλι. Ναι.
Ξανά μπήκε μέσα, ο Μίκης αισθάνθηκε ότι θ’ άνοιγαν οι ουρανοί, ποιος ξέρει τι αμβροσία θα του έφερνε;
Ίσως να πραγματοποιείτο το όνειρό του, ένα όνειρο να μπορούσε χορτάσει κάποτε, να φάει όσο ήθελε, και το φαγητό που ονειρευόταν ήταν γάλα βραστό με αλάτι, να μουσκεύει ψωμί μέσα, να το τρώει και να γελάει, με κάθε μπουκιά ψωμιού που βουτούσε να ξεχειλίζει το κύπελλο, να χύνεται το γάλα γύρω του, να σχηματίζει ένα γαλαξία, σα να ήταν το αθάνατο γάλα, αυτό που έτρεχε απ’ τα στήθη της θεάς Ήρας, να γίνεται ποτάμι στη σκεπή του νυχτερινού ουρανού, κι αυτός να πλέει, τυλιγμένος μέσα σε πουπουλένιο γαλακτικό αφρό, συνεπαρμένος από ευτυχία, χορτάτος, κάνοντας συντροφιά με τ’ άστρα.
Η πόρτα άνοιξε, φάνηκε η γυναίκα να κρατά κάτι στα χέρια της.
«Να, πάρε», του λέει και του δίνει ένα κομμάτι ψωμί, η γλώσσα του άρχισε να υγραίνει, το σάλιο του έτρεχε απ’ τα άκρα των χειλιών του, η ανάσα του κόντευε να κοπή απ’ την αδημονία της δαγκωματιάς που θα έδινε στη σάρκα του ψωμιού. Έχωσε τα δόντια του, έκοψε μια τόσο μεγάλη μπουκιά, παρ’ ολίγο να πνιγεί, ένα μπλε-πράσινο χρώμα άνθισε μπρος τα μάτια του, στην αρχή του φάνηκε ότι ήταν ένα μπλε παντεσπάνι, μετά σα να ήταν ένα μπλε τριαντάφυλλο, αυτό που ζητούσε να βρει ο Σαχίμπ.
Το κοίταξε καλλίτερα, ήταν μούχλα. Ο Μίκης το έφαγε επί τόπου, τι κι αν ήταν μουχλιασμένο; Του φάνηκε σα να είχε βρει την πηγή της νιότης, το αθάνατο νερό, το μπλε τριαντάφυλλο.
Ο σκύλος από κάπου είχε ξεφύγει, τον πλησίασε, τον κοίταζε και κουνούσε την ουρά του περιμένοντας να του πετάξει ένα κομμάτι απ’ το μουχλιασμένο ξεροκόμματο. Ο Μίκης κατάλαβε ότι είχαν γίνει φίλοι.
Στο γυρισμό τα παιδιά που έπαιζαν ‘γουρουνούλα’ σταμάτησαν το παίξιμο και τον κοίταζαν με ζήλια, καθώς αυτός αναγλυφόταν απ’ τα τρίματα του ψωμιού, αυτά που είχαν μείνει στις άκρες των χειλιών του.
Ο Μίκης έπαιζε με άλλα παιδιά το κουτσό με αμάδα από ένα κομμάτι κεραμίδι, αυτό που είχε σπάσει από την σκεπή της κουζίνας, όταν ένας δυνατός αέρας το ξεκόλλησε και το πέταξε στην αυλή μετατρέποντάς το σε κομμάτια. Έπαιζε και κλώτσαγε την αμάδα με το ένα πόδι χωρίς να αγγίξει τη διαχωριστική γραμμή του παιχνιδιού αυτού που ήταν χαραγμένο στο χωματένιο δρόμο του χωριού. Η μάνα του πάσχιζε να τελειώσει ένα φόρεμα μιας κάποιας χωριανής που το ήθελε την Κυριακή να βγει περίπατο στο νυφοπάζαρο του χωριού. Τι κι αν ήταν ιταλική κατοχή; τι κι αν υπήρχε πείνα; αυτή είχε κάτι παραπάνω από τους άλλους. Ήταν Σάββατο είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν η επιτακτική φωνή της μάνας ακούστηκε.
«Μίκη! Ε! Μίκη έλα σπίτι.»
Το παιχνίδι διαλύθηκε, έμεινε εκεί χαραγμένο στον χωμάτινο δρόμο σαν αθώες ξένοιαστες παιδικές ρυτίδες, που με την πρώτη βροχή θα εξαφανιζόταν.
«Έλα παιδί μου να πας το φόρεμα στην κυρία τάδε. Είναι έτοιμο.»
Ο Μίκης άπλωσε το δεξί του χέρι, εκεί επάνω κρέμασε η μάνα το φόρεμα, διπλωμένο για να μην αγγίζει το έδαφος.
«Πρόσεξε να μην σου πέσει, να της πεις με γεια σας.»
Το χέρι τεντώθηκε ακόμα πιο πολύ, η χαρά του ήταν μεγάλη, θα τους έλεγε με τις υγείες σας και θα τον φίλευαν κάτι. Μόνο που ο σκύλος τους ήταν το εμπόδιο, τον φοβόταν τόσο, από μια φορά που τον είχε δαγκώσει ένας στον πισινό δεν ήθελε ούτε να τους βλέπει. Αλλά θα φώναζε από μακριά, έτσι να ξεσηκώσει όλη τι γειτονιά στο πόδι. Με το δεξί του χέρι πάντα τεντωμένο να ξεκουράζετε πάνω του το φόρεμα, ξεκίνησε για το διπλανό χωριό, έπρεπε να βιαστεί να γυρίσει πριν σκοτεινιάσει. Στην πλατειούλα έξω απ΄ το σχολείο συνάντησε τα παιδιά του διπλανού χωριού. Έπαιζαν ‘γουρουνούλα’. Ο κάθε ένας τους είχε ένα ραβδί και όλοι χτυπούσαν ένα ζαρωμένο κουτί προσπαθώντας να το βάλουν στη μεσαία λούμπα, χωρίς όμως να αφήνουν για πολύ ελεύθερη τη δικιά τους λούμπα εκεί όπου έχωναν τη μύτη του ραβδιού τους. Ο Μίκης στάθηκε και τους χάζευε, η σκόνη του χωματένιου δρόμου απ’ τα χτυπήματα των ραβδιών σηκωνόταν σα μικρό σύννεφο, σκέφτηκε ότι θα βρώμιζε και το φόρεμα. Για να πάει πιο γρήγορα βάδισε για το μονοπάτι, βγήκε πάλι στο δημόσιο δρόμο, εκεί πάνω στη στροφή ήταν και το σπίτι. Στα αριστερά του, φάνηκε η μεγάλη πόρτα της αυλής, πήγε σιγά, σιγά κοντά για να βεβαιωθεί ότι ήταν κλειστή, κόλλησε πάνω της κι άρχισε να φωνάζει τ’ όνομα της γυναίκας. Γαυγίσματα σκύλου ακούστηκαν, ήρθε πίσω απ’ την πόρτα κι έκανε σαν τρελός αλυχτώντας, ο Μίκης κρατούσε το πόμολο σφιχτά και δεν το άφηνε. Απ’ το θόρυβο πήρε χαμπάρι η γυναίκα, μισάνοιξε την πόρτα.
«Τι θέλεις;»
«Σας έφερα το φόρεμα και με γεια σας.»
Έδιωξε το σκύλο, κι άνοιξε διάπλατα.
«Έλα μέσα,» είπε, ο Μίκης μπήκε στηv αυλή, αυτή πήρε το φόρεμα απ’ το χέρι του, το σήκωσε όρθιο, το έβαλε μπροστά της, περπάτησε μισό βήμα, γύρισε δεξιά αριστερά, κοίταξε στα μάτια τον Μίκη να δει αν του έκανε εντύπωση, τέλος του είπε να περιμένει και χάθηκε στο εσωτερικού του σπιτιού, μετά σα ν’ άλλαξε γνώμη βγήκε πάλι έξω και το ρώτησε:
«Πεινάς;»
Ο Μίκης δεν απάντησε, μόνο έγνεψε με το κεφάλι. Ναι.
Ξανά μπήκε μέσα, ο Μίκης αισθάνθηκε ότι θ’ άνοιγαν οι ουρανοί, ποιος ξέρει τι αμβροσία θα του έφερνε;
Ίσως να πραγματοποιείτο το όνειρό του, ένα όνειρο να μπορούσε χορτάσει κάποτε, να φάει όσο ήθελε, και το φαγητό που ονειρευόταν ήταν γάλα βραστό με αλάτι, να μουσκεύει ψωμί μέσα, να το τρώει και να γελάει, με κάθε μπουκιά ψωμιού που βουτούσε να ξεχειλίζει το κύπελλο, να χύνεται το γάλα γύρω του, να σχηματίζει ένα γαλαξία, σα να ήταν το αθάνατο γάλα, αυτό που έτρεχε απ’ τα στήθη της θεάς Ήρας, να γίνεται ποτάμι στη σκεπή του νυχτερινού ουρανού, κι αυτός να πλέει, τυλιγμένος μέσα σε πουπουλένιο γαλακτικό αφρό, συνεπαρμένος από ευτυχία, χορτάτος, κάνοντας συντροφιά με τ’ άστρα.
Η πόρτα άνοιξε, φάνηκε η γυναίκα να κρατά κάτι στα χέρια της.
«Να, πάρε», του λέει και του δίνει ένα κομμάτι ψωμί, η γλώσσα του άρχισε να υγραίνει, το σάλιο του έτρεχε απ’ τα άκρα των χειλιών του, η ανάσα του κόντευε να κοπή απ’ την αδημονία της δαγκωματιάς που θα έδινε στη σάρκα του ψωμιού. Έχωσε τα δόντια του, έκοψε μια τόσο μεγάλη μπουκιά, παρ’ ολίγο να πνιγεί, ένα μπλε-πράσινο χρώμα άνθισε μπρος τα μάτια του, στην αρχή του φάνηκε ότι ήταν ένα μπλε παντεσπάνι, μετά σα να ήταν ένα μπλε τριαντάφυλλο, αυτό που ζητούσε να βρει ο Σαχίμπ.
Το κοίταξε καλλίτερα, ήταν μούχλα. Ο Μίκης το έφαγε επί τόπου, τι κι αν ήταν μουχλιασμένο; Του φάνηκε σα να είχε βρει την πηγή της νιότης, το αθάνατο νερό, το μπλε τριαντάφυλλο.
Ο σκύλος από κάπου είχε ξεφύγει, τον πλησίασε, τον κοίταζε και κουνούσε την ουρά του περιμένοντας να του πετάξει ένα κομμάτι απ’ το μουχλιασμένο ξεροκόμματο. Ο Μίκης κατάλαβε ότι είχαν γίνει φίλοι.
Στο γυρισμό τα παιδιά που έπαιζαν ‘γουρουνούλα’ σταμάτησαν το παίξιμο και τον κοίταζαν με ζήλια, καθώς αυτός αναγλυφόταν απ’ τα τρίματα του ψωμιού, αυτά που είχαν μείνει στις άκρες των χειλιών του.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2008
Το Φάρμακο
Μια ακόμη σκονισμένη σελίδα που άκουσα τις διαμαρτυρίες της, γιατί τις εγκαταλείπω.
Όταν άρχιζε να βρέχει στα Μαρκάτα Πυλάρου, ένα ορεινό χωριό της Κεφαλονιάς, ξεχνούσε να σταματήσει, μια βροχή ψιλή, αρρωστιάρικη, μολημέρια την ονόμαζαν οι χωριανοί. Οι τοίχοι του σπιτιού χοντροί πέτρινοι παραγεμισμένοι με χαλίκι σοβατισμένοι με ασβέστη έσταζαν υγρασία, σα να κλαίγανε τη μοίρα τους.
Η μάνα του Παναγή είχε κρεμάσει στους τοίχους κουρελούδες, μα και κιλίμια από το αργαλειό της γειτόνισσας, για να απορροφούν τις σταγόνες υγρασίας που έτρεχαν σαν δάκρυα. Η γειτόνισσα, της τα είχε δωρίσει γιατί αγαπούσε το γιο της και περίμενε να γίνει καλά με την ελπίδα να παντρευτούν κρυφά, αφού η μάνα δεν την ήθελε, γιατί υποπτευόταν την αρρώστια του γιου της. Είχε ανάψει και την φουφού, ένας κουβάς με κάρβουνα
Ο Παναγής έβηχε από καιρό. Όλοι υποπτευότανε ότι θα είχε χτικιό αλλά κανένας δεν το έλεγε. Νέος ακόμα είχε γίνει ναυτικός, έμεινε στην Αμερική ένα χρονικό διάστημα και δούλευε στις σιδηροδρομικές γραμμές. Δεν του άρεσε και γύρισε πίσω στην Ελλάδα.
Τώρα ήταν άρρωστος, είχε και δέκατα η μάνα του έτρεξε να πιάσει και να σφάξει την κότα να δώσει να πιει το ζουμί της το άρρωστο παιδί της, να δυναμώσει, να γίνει καλά. Έλα όμως που έβρεχε, μια βροχή μονότονη σιγανή, αποφασισμένη να πιάσει την κότα βγήκε στην αυλή. Παραμέρισε τα φύλλα που είχαν πέσει, έκανε στην άκρη τα χορτάρια, άπλωσε το χέρι της να την πιάσει, αυτή ήταν κρυμμένη κάτω από τη λεμονιά. Η κότα τρομαγμένη της ξέφυγε κι ανέβηκε στη λεμονιά.
«Α! που θα μου πας δεν πρόκειται να μου ξεφύγεις», φώναξε κάπως θυμωμένη.
Ανέβηκε στο χαμηλό διχαλωτό κλαρί, η κότα πήδησε πιο πάνω, σήκωσε το χέρι της να την πιάσει, γλίστρησε κι έπεσε στις λάσπες. Η βροχή εξακολουθούσε, τώρα είχε δυναμώσει, μουσκεμένη όπως ήταν –σκέφτηκε- πρέπει να την πιάσω, ξανά ανέβηκε στο διχαλωτό κλαρί της λεμονιάς, πάτησε το πόδι της σ’ ένα πιο πάνω, με το ένα χέρι κρατιόταν τέντωσε το άλλο κι έπιασε την κότα απ’ το ποδάρι. Αυτή είχε κουρνιάσει σε μια στάση ώστε άφηνε τη βροχή να γλιστρά από πάνω της. Την τράβηξε προς τα κάτω, πήγε στο μαγειρείο και την έδεσε απ’ το πόδι πάνω σε μια τρίποδη πυροστιά.
Πέρασε τη μικρή αυλή, μπήκε στο σπίτι, η μικρή φουφού στη μέση του δωματίου προσπαθούσε να καταπιεί την υγρασία, αυτή που έτρεχε από τους τοίχους. Άλλαξε τα βρεμένα ρούχα της, φόρεσε κάτι πρόχειρο, ετοιμάστηκε να πάει δίπλα στο μαγειρείο να σφάξει την κότα. Ανυπομονούσε να ετοιμάσει τη ζεστή κοτόσουπα, ένα δυναμωτικό του γιου της.
Πήρε το μεγάλο μαχαίρι και ξεκίνησε για το μαγειρείο. Έλυσε το ποδάρι της κότας από την πυροστιά, την τράβηξε σε μια χωματένια γωνιά, πάτησε με το ένα πόδι της τ’ απλωμένα φτερά, με το ένα χέρι χούφτιασε το κεφάλι, με το άλλο της πέρασε το μαχαίρι απ’ το λαιμό. Το κομμένο κεφάλι, της έμεινε στο χέρι, με το άλλο κρατούσε το μαχαίρι, σάστισε κι άφησε τα πατημένα φτερά από το πόδι της. Η κότα ακέφαλη άρχισε να πετάει, να μουντζουρώνει τους τοίχους, το πρόσωπό της με ζεστό αίμα. Φοβήθηκε και βγήκε απ’ το μαγειριό, η βροχή εξακολουθούσε. Ξανά γύρισε μέσα έπρεπε ν’ ανάψει φωτιά, αλλά είχε ξεχάσει τα σπίρτα στην τσέπη της και είχαν βραχεί. Πέρασε την αυλή και πήγε στο δωμάτιο με τη φουφού, πήρε με την τσιμπίδα ένα αναμμένο κάρβουνο το σκέπασε με την παλάμη της για να μη σβήσει, ξαναμπήκε στο μαγειρείο, έβαλε το κάρβουνο κάτω από τα ξερά φρύγανα που φύλαγε κρυμμένα κάτω απ’ τη γωνιά κι άρχισε να φυσά, από το φύσημα της ήρθε ζαλάδα, σταμάτησε και κοίταξε τη φλόγα που σαν ήλιος της αυγής ξεπηδούσε από κάτω, έβαλε κούτσουρα ν’ ανάψουν κι από πάνω την πυροστιά. Έβαλε μια εμαγιέ μπαλωμένη κατσαρόλα με νερό να βράσει για να μαδήσει την κότα. Περίμενε λιγάκι, το νερό έβρασε, βούτηξε την κότα έτσι όπως ήταν και την τράβηξε προς τα έξω. Άρχισε να μαδά, πρώτα τα μεγάλα φτερά ένα, ένα, μετά τα μικρά, τα χούφτιαζε και τα τραβούσε όλα μαζί, έπρεπε να τελειώνει. Μια μυρωδιά ωμού κρέατος της ήρθε στην μύτη, κάτι σα σάπια αυγά. Θα είναι απ’ τη βροχή σκέφθηκε. Την καθάρισε απ’ τα εντόσθια την έπλυνε και την έβαλε στην κατσαρόλα, να βράσει έστυψε κι ένα λεμόνι για να της βγάλει τη μαυράδα. Πήγε στο σπίτι με τη φουφού τα χώριζε μια μικρή αυλή, ο γιος της ξαπλωμένος στο κρεβάτι περίμενε το κοτόζουμο, το φάρμακο του δυναμώματος.
Η βροχή είχε δυναμώσει, τα κεραμίδια κουνιόταν απ’ τη δύναμη του αέρα, ακούστηκε ένα τακ, τακ, σταγόνες νερού έπεσαν στο πάτωμα. Έτρεξε έβαλε μια παλιά λεκάνη να πέφτουν μέσα οι σταλαματιές, τώρα ακουγόταν μπλουμ, μπλουμ. Βλαστήμησε για τον καιρό, μια αστραπή την τύφλωσε, η βροντή έκανε τα τζάμια να τρίζουν, τώρα οι σταλαματιές είχαν γίνει ρονιές. Έκανε το σταυρό της, πέρασε την αυλή και πήγε στο μαγειρείο, η κότα είχε βράσει. Γέμισε ένα πιάτο ζουμί και το πήγε στο δωμάτιο με τη φουφού, μετά θα έφερνε και την κότα. Ο γιος της χαρούμενος άρχισε να πίνει με το κουτάλι το ζουμί, περιμένοντας να καταβροχθίσει την κότα, μια πανάκεια της αρρώστιας του. Και η μάνα του τον πρόσεχε, τον καμάρωνε χωρίς ούτε να δοκιμάζει το κοτόζουμο. Ήταν για τον άρρωστο γιο της, να τον προλάβει πριν εμφανισθεί το χτικιό.
Όταν άρχιζε να βρέχει στα Μαρκάτα Πυλάρου, ένα ορεινό χωριό της Κεφαλονιάς, ξεχνούσε να σταματήσει, μια βροχή ψιλή, αρρωστιάρικη, μολημέρια την ονόμαζαν οι χωριανοί. Οι τοίχοι του σπιτιού χοντροί πέτρινοι παραγεμισμένοι με χαλίκι σοβατισμένοι με ασβέστη έσταζαν υγρασία, σα να κλαίγανε τη μοίρα τους.
Η μάνα του Παναγή είχε κρεμάσει στους τοίχους κουρελούδες, μα και κιλίμια από το αργαλειό της γειτόνισσας, για να απορροφούν τις σταγόνες υγρασίας που έτρεχαν σαν δάκρυα. Η γειτόνισσα, της τα είχε δωρίσει γιατί αγαπούσε το γιο της και περίμενε να γίνει καλά με την ελπίδα να παντρευτούν κρυφά, αφού η μάνα δεν την ήθελε, γιατί υποπτευόταν την αρρώστια του γιου της. Είχε ανάψει και την φουφού, ένας κουβάς με κάρβουνα
Ο Παναγής έβηχε από καιρό. Όλοι υποπτευότανε ότι θα είχε χτικιό αλλά κανένας δεν το έλεγε. Νέος ακόμα είχε γίνει ναυτικός, έμεινε στην Αμερική ένα χρονικό διάστημα και δούλευε στις σιδηροδρομικές γραμμές. Δεν του άρεσε και γύρισε πίσω στην Ελλάδα.
Τώρα ήταν άρρωστος, είχε και δέκατα η μάνα του έτρεξε να πιάσει και να σφάξει την κότα να δώσει να πιει το ζουμί της το άρρωστο παιδί της, να δυναμώσει, να γίνει καλά. Έλα όμως που έβρεχε, μια βροχή μονότονη σιγανή, αποφασισμένη να πιάσει την κότα βγήκε στην αυλή. Παραμέρισε τα φύλλα που είχαν πέσει, έκανε στην άκρη τα χορτάρια, άπλωσε το χέρι της να την πιάσει, αυτή ήταν κρυμμένη κάτω από τη λεμονιά. Η κότα τρομαγμένη της ξέφυγε κι ανέβηκε στη λεμονιά.
«Α! που θα μου πας δεν πρόκειται να μου ξεφύγεις», φώναξε κάπως θυμωμένη.
Ανέβηκε στο χαμηλό διχαλωτό κλαρί, η κότα πήδησε πιο πάνω, σήκωσε το χέρι της να την πιάσει, γλίστρησε κι έπεσε στις λάσπες. Η βροχή εξακολουθούσε, τώρα είχε δυναμώσει, μουσκεμένη όπως ήταν –σκέφτηκε- πρέπει να την πιάσω, ξανά ανέβηκε στο διχαλωτό κλαρί της λεμονιάς, πάτησε το πόδι της σ’ ένα πιο πάνω, με το ένα χέρι κρατιόταν τέντωσε το άλλο κι έπιασε την κότα απ’ το ποδάρι. Αυτή είχε κουρνιάσει σε μια στάση ώστε άφηνε τη βροχή να γλιστρά από πάνω της. Την τράβηξε προς τα κάτω, πήγε στο μαγειρείο και την έδεσε απ’ το πόδι πάνω σε μια τρίποδη πυροστιά.
Πέρασε τη μικρή αυλή, μπήκε στο σπίτι, η μικρή φουφού στη μέση του δωματίου προσπαθούσε να καταπιεί την υγρασία, αυτή που έτρεχε από τους τοίχους. Άλλαξε τα βρεμένα ρούχα της, φόρεσε κάτι πρόχειρο, ετοιμάστηκε να πάει δίπλα στο μαγειρείο να σφάξει την κότα. Ανυπομονούσε να ετοιμάσει τη ζεστή κοτόσουπα, ένα δυναμωτικό του γιου της.
Πήρε το μεγάλο μαχαίρι και ξεκίνησε για το μαγειρείο. Έλυσε το ποδάρι της κότας από την πυροστιά, την τράβηξε σε μια χωματένια γωνιά, πάτησε με το ένα πόδι της τ’ απλωμένα φτερά, με το ένα χέρι χούφτιασε το κεφάλι, με το άλλο της πέρασε το μαχαίρι απ’ το λαιμό. Το κομμένο κεφάλι, της έμεινε στο χέρι, με το άλλο κρατούσε το μαχαίρι, σάστισε κι άφησε τα πατημένα φτερά από το πόδι της. Η κότα ακέφαλη άρχισε να πετάει, να μουντζουρώνει τους τοίχους, το πρόσωπό της με ζεστό αίμα. Φοβήθηκε και βγήκε απ’ το μαγειριό, η βροχή εξακολουθούσε. Ξανά γύρισε μέσα έπρεπε ν’ ανάψει φωτιά, αλλά είχε ξεχάσει τα σπίρτα στην τσέπη της και είχαν βραχεί. Πέρασε την αυλή και πήγε στο δωμάτιο με τη φουφού, πήρε με την τσιμπίδα ένα αναμμένο κάρβουνο το σκέπασε με την παλάμη της για να μη σβήσει, ξαναμπήκε στο μαγειρείο, έβαλε το κάρβουνο κάτω από τα ξερά φρύγανα που φύλαγε κρυμμένα κάτω απ’ τη γωνιά κι άρχισε να φυσά, από το φύσημα της ήρθε ζαλάδα, σταμάτησε και κοίταξε τη φλόγα που σαν ήλιος της αυγής ξεπηδούσε από κάτω, έβαλε κούτσουρα ν’ ανάψουν κι από πάνω την πυροστιά. Έβαλε μια εμαγιέ μπαλωμένη κατσαρόλα με νερό να βράσει για να μαδήσει την κότα. Περίμενε λιγάκι, το νερό έβρασε, βούτηξε την κότα έτσι όπως ήταν και την τράβηξε προς τα έξω. Άρχισε να μαδά, πρώτα τα μεγάλα φτερά ένα, ένα, μετά τα μικρά, τα χούφτιαζε και τα τραβούσε όλα μαζί, έπρεπε να τελειώνει. Μια μυρωδιά ωμού κρέατος της ήρθε στην μύτη, κάτι σα σάπια αυγά. Θα είναι απ’ τη βροχή σκέφθηκε. Την καθάρισε απ’ τα εντόσθια την έπλυνε και την έβαλε στην κατσαρόλα, να βράσει έστυψε κι ένα λεμόνι για να της βγάλει τη μαυράδα. Πήγε στο σπίτι με τη φουφού τα χώριζε μια μικρή αυλή, ο γιος της ξαπλωμένος στο κρεβάτι περίμενε το κοτόζουμο, το φάρμακο του δυναμώματος.
Η βροχή είχε δυναμώσει, τα κεραμίδια κουνιόταν απ’ τη δύναμη του αέρα, ακούστηκε ένα τακ, τακ, σταγόνες νερού έπεσαν στο πάτωμα. Έτρεξε έβαλε μια παλιά λεκάνη να πέφτουν μέσα οι σταλαματιές, τώρα ακουγόταν μπλουμ, μπλουμ. Βλαστήμησε για τον καιρό, μια αστραπή την τύφλωσε, η βροντή έκανε τα τζάμια να τρίζουν, τώρα οι σταλαματιές είχαν γίνει ρονιές. Έκανε το σταυρό της, πέρασε την αυλή και πήγε στο μαγειρείο, η κότα είχε βράσει. Γέμισε ένα πιάτο ζουμί και το πήγε στο δωμάτιο με τη φουφού, μετά θα έφερνε και την κότα. Ο γιος της χαρούμενος άρχισε να πίνει με το κουτάλι το ζουμί, περιμένοντας να καταβροχθίσει την κότα, μια πανάκεια της αρρώστιας του. Και η μάνα του τον πρόσεχε, τον καμάρωνε χωρίς ούτε να δοκιμάζει το κοτόζουμο. Ήταν για τον άρρωστο γιο της, να τον προλάβει πριν εμφανισθεί το χτικιό.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Bronx - Νέα Υόρκη
Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2008
Ναυτική Ζωή σε NOIR
Ό Κουμιότης ο θερμαστής,
είχε την τράπουλα στην τσέπη,
σαν τελείωνε τη βάρδια την 4-8
φώναζε για 66 αγοραστό.
Μάζευε κοντά του κι άλλους,
κάπνιζαν σαν τα φουγάρα,
πίνανε καφέ, γράφανε πόντους,
αποτρέποντας ανίας φαγωμάρα.
Εκεί όμως εις την πρύμη,
μερικά χαρτόμουτρα
πόκα στρώνανε κρυφά,
φώναζαν και βλαστημούσαν
και βιδάνιο σκορπούσαν.
Μετά από τα μεσάνυχτα,
στου καραβιού τη μέση,
ακούστηκαν τρεχάματα,
φωνές και φασαρίες.
Ξύπνησα, πετάχτηκα επάνω,
ένας Μανιάτης φάνηκε
στο χέρι καραμπίνα,
Κεφαλλονίτη κυνηγούσε,
κλέφτη τον αποκαλούσε.
Ο Καπετάνιος κατέβηκε
ένας Καρδαμυλήτης
την καραμπίνα φούχτωσε,
την πήρε στο γραφείο.
Φωνές, κακό, διαπληκτισμοί,
έμοιαζε με λειτουργία.
Ως που φωνή λάλησε: “--Ω! τι ευτυχία!
“Δόξα τω Θεώ. Έσπασε η μονοτονία.”
*
Ο ΞΕΝΟΣ
Η ανάσα του έβγαζε αχνό,
η δική της έβγαζε απορία.
Ξένε τι ζητάς
στης νύχτας την παγωνιά;
Είμαι μονάχος ναυτικός,
ζητώ τη νύχτα, τη στεριανή,
μπορείς να μου τη δώσεις;
Σκέπασε εκείνη τη φωτιά,
συνταύλισε το τζάκι,
πήγε κοντά του τρυφερά.
Έλα αγκάλιασέ με.
Είμαι η νύχτα, η στεριανή,
του ναυτικού η νύχτα.
*
ΜΠΟΥΜΠΟΥΚΙ
Απ’ το ιερό φυτό των Μάγια,
το λευκό και κίτρινο καλαμπόκι,
δειλά, ξεφύτρωσε,
το μπουμπούκι της αγάπης.
Καράβι αγκυροβόλησε,
μπρος στο κλειστό μπουμπούκι,
ο ναυτικός το μύρισε
κι άνθισε λουλούδι.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2008
Εσείς Κάνετε παιχνίδι
ΤΑ ΕΚΑΤΟ ΩΡΑΙΟΤΕΡΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
Τίτλος πωτοτύπου:
Los Cien mejores poemas de amor de la lengua castellana.
Έκδοση Δίγλωσση,
Μετάφραση από τo Ισπανικó Ρήγας Καππάτος
Πρόλογος, εκλογή, σχόλια,Ρήγας Καππάτος-Pedro Lastra
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΑΤΗ
Σελίδα 123
ΑΛΦΟΝΣΙΝΑ ΣΤΟΡΝΙ
Αργεντινή, 1892-1938
ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΧΑΔΙ
Γλιστράει μέσα απ' τα δάχτυλά το αναίτιο χάδι,
μου φεύγει από τα χέρια. Στον άνεμο όταν κυλάει,
το χάδι που πλανιέται δίχως σκοπό ούτε μέλλον,
το χαμένο χάδι ποιος θα βρει να το πάρει;
Θα μπορούσα ν' αγαπήσω απόψε με μια άπειρη λύπη
θα μπορούσα ν' αγαπήσω τον πρώτο τυχόντα.
Κανένας δεν έρχεται. Μοναξιά στ' ανθισμένα δρομάκια.
Το χαμένο χάδι, θα κυλάει... θα κυλάει...
Αν απόψε στον άνεμο σε καλούν ταξιδιώτη,
αν ριγήσει τα κλωνιά ένας γλυκός στεναγμός,
αν σου σφίγγει τα δάχτυλα ένα χέρι μικρό
που σε κρατάει και σε αφήνει, σε βρίσκει και φεύγει.
Αν δε βλέπεις το στόμα που φιλάει, ούτε εκείνο το χέρι,
αν το κάλεσμα δεν είναι παρά μια αυταπάτη
του αγέρα, ω, ταξιδιώτη που έχεις μάτια γαλάζια,
διαλυμένη στον άνεμο θα με αναγνωρίσεις;
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Τίτλος πωτοτύπου:
Los Cien mejores poemas de amor de la lengua castellana.
Έκδοση Δίγλωσση,
Μετάφραση από τo Ισπανικó Ρήγας Καππάτος
Πρόλογος, εκλογή, σχόλια,Ρήγας Καππάτος-Pedro Lastra
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΑΤΗ
Σελίδα 123
ΑΛΦΟΝΣΙΝΑ ΣΤΟΡΝΙ
Αργεντινή, 1892-1938
ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΧΑΔΙ
Γλιστράει μέσα απ' τα δάχτυλά το αναίτιο χάδι,
μου φεύγει από τα χέρια. Στον άνεμο όταν κυλάει,
το χάδι που πλανιέται δίχως σκοπό ούτε μέλλον,
το χαμένο χάδι ποιος θα βρει να το πάρει;
Θα μπορούσα ν' αγαπήσω απόψε με μια άπειρη λύπη
θα μπορούσα ν' αγαπήσω τον πρώτο τυχόντα.
Κανένας δεν έρχεται. Μοναξιά στ' ανθισμένα δρομάκια.
Το χαμένο χάδι, θα κυλάει... θα κυλάει...
Αν απόψε στον άνεμο σε καλούν ταξιδιώτη,
αν ριγήσει τα κλωνιά ένας γλυκός στεναγμός,
αν σου σφίγγει τα δάχτυλα ένα χέρι μικρό
που σε κρατάει και σε αφήνει, σε βρίσκει και φεύγει.
Αν δε βλέπεις το στόμα που φιλάει, ούτε εκείνο το χέρι,
αν το κάλεσμα δεν είναι παρά μια αυταπάτη
του αγέρα, ω, ταξιδιώτη που έχεις μάτια γαλάζια,
διαλυμένη στον άνεμο θα με αναγνωρίσεις;
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2008
Σκηνικό χωρίς φωτογραφία, Νέα Υόρκη
Αποβραδίς τράβαγα το κουμπί από το ξυπνητήρι, σ’ ένα παλιό ραδιόφωνο που μου είχαν κάνει δώρο, το οποίο με κοίταζε με κάτι μάτια, μπλε μάτια που μέσα τους τρέχανε οι δείχτες μαρκάροντας τις ώρες, τον χρόνο, μετρώντας ακόμη και τις αναπνοές μου, μέχρι να έρθει η καταραμένη ώρα να αρχίσει να τρέμει, να χτυπιέται σα σεληνιασμένο, μια ώρα που ακόμα και τα κοκόρια κοιμόταν.
Μου είχε γίνει συνήθεια να ξυπνώ πέντε λεπτά πριν λαλήσει το ξυπνητήρι, 3:00 χαράματα, πατούσα το κουμπί πάλι και το απενεργοποιούσα. Έριχνα νερό στα μάτια μου έτσι για να φύγουν οι τσίμπλες, ντυνόμουν κι έβγαινα στον δρόμο.
Έβανα εμπρός το αυτοκίνητο ξεκινούσα οδηγώντας στους έρημους δρόμους της Νέας Υόρκης, κρατώντας το τιμόνι, σφιχτά με τα δυο μου χέρια, μέχρι να συνειδητοποιήσω που βρισκόμουν. Στη διαδρομή κοίταζα τ’ άστρα, το φεγγάρι αν υπήρχαν, αν όχι κοίταζα τη μαύρη μούχλα που ήταν ντυμένοι οι δρόμοι, τότε άρχιζαν τα όνειρα, αυτά μου έδιναν ένα θάρρος να συνεχίζω να υπάρχω, ένα πείσμα να νικήσω τη ζωή, την ξενιτιά, τις περιστάσεις, μέχρι να έρθει η λευτεριά, μέχρι να ξαναβρώ τον εαυτό μου, έτσι νόμιζα. Γυρίζοντας μια μέρα στο μέρος μου, θα εύρισκα αυτά που άφησα, αυτά που ήξερα. Μια ουτοπία που τόξερα ότι ήταν ουτοπία, έλα όμως που χωρίς αυτή την πίστη, η ζωή θα ήταν ωμή, άθρησκη, απαίσια. Μου φαινόταν βουνό η πράξη της προσαρμογής. Θεέ μου τι μαρτύριο ήταν οι σκέψεις αυτές, σκέψεις που ροκάνιζαν το μυαλό και μου μετέφεραν το νόστο για τον ήλιο που έλαμπε στο χωριό μου, στην Πύλαρό μου, για τα πέτρινα ξεροχώραφα, αυτά που η κάθε τους σπιθαμή ήταν ποτισμένη με σταγόνες παιδικού αθώου ιδρώτα, αυτές οι πέτρινες φλέβες χώματος που έσκαβα για να πέσει ο σπόρος για μια φτωχική σοδειά. Αυτά τα άγονα μέρη, αυτές οι βουνοκορφές είναι ένα κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας, αυτής που με τη βία ξεριζώθηκε, απ’ τον τόπο μας, τότε που το φάσμα της ανεργίας, της φτώχειας, της πείνας, του εμφυλίου μας σκότωνε, μιας αθώας ηλικίας που χάθηκε στα γρανάζια της δουλο-μετανάστευσης, ίσως προς όφελος του τότε ελληνικού κατεστημένου.
Δεν φταίω όμως εγώ, η Νέα Υόρκη Δεν έχει ομοιογενή πληθυσμό, είναι γεμάτη από γκέτο από όλες τις φυλές του κόσμου, κάτι που σε κάνει να ψάχνεις που ανήκεις, η κουλτούρα σου, τα πιστεύω σου, ψάχνεις για κοινά σημεία σκέψης, ερευνάς τους αφομοιωθέντας συμπατριώτες σου, παρατηρείς τους οικονομικά εύρωστους, δεν συμφωνείς στα πιστεύω τους, κοιτάς τριγύρω σου η μοναξιά σε αγκαλιάζει, μένεις αιωρούμενος αντλώντας δύναμη απ’ το παρελθόν.
Τέρμα τα όνειρα, έφθασα στον προορισμό μου, εκεί που έπρεπε για το μεροκάματο.
Μια αρμαθιά κλειδιά ήταν στις τσέπες μου. 4 η ώρα πρωινή, παρκάριζα στην άκρη του δρόμου και περίμενα να έρθει από την αντίθετη πλευρά κι ένα άλλο αυτοκίνητο ενός μεξικανού λαθραίου, εργάτη του εστιατορίου. Απότομα σταματούσαν οι σκέψεις. Περίμενα και φοβόμουν τη νυχτερινή μοναξιά, σε μια γειτονιά του Νότιου Μπρονξ όπου στους δρόμους ήταν επικίνδυνη η κυκλοφορία. Δεν κυκλοφορούσε κανένας πριν φέξει, έτσι όταν έβλεπα τα φώτα του άλλου αυτοκινήτου που ερχόταν από την αντίθετη πλευρά έπαιρνα θάρρος, σκεφτόμουν, 'έλα πάλι τυχερός ήμουν,' άλλη μια μέρα που φάνηκε συνεπής και ήρθε στη δουλειά του, ο μεξικανός. Πάντα είχα ένα μικρό αγκάθι αμφιβολίας αν τα φώτα του αντιθέτου ερχόμενου αυτοκινήτου δεν ήταν αυτά που περίμενα εγώ. Μαζί ανοίγαμε την πόρτα της αυλής αυτής που χρησιμοποιούσαμε για πάρκινγκ και μπαίναμε στο μαγαζί ένα εστιατόριο παλαιού τύπου σαν βαγόνι τρένου. Κλειδώναμε την πόρτα πίσω μας μέχρι να φέξη ώστε να έρθουν και οι υπόλοιποι εργάτες και παρασκευάζαμε το μενού της ημέρας, αρχίζοντας από το κολατσιό…
Κάθε μέρα που ξημέρωνε ένας καινούργιος ήλιος ανέτειλε στον ορίζοντα, αλλά ήταν ένας ήλιος της νύχτας, που για άλλη μια φορά ήταν γεμάτος ουτοπικές, ανεκπλήρωτες επιθυμίες.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Μου είχε γίνει συνήθεια να ξυπνώ πέντε λεπτά πριν λαλήσει το ξυπνητήρι, 3:00 χαράματα, πατούσα το κουμπί πάλι και το απενεργοποιούσα. Έριχνα νερό στα μάτια μου έτσι για να φύγουν οι τσίμπλες, ντυνόμουν κι έβγαινα στον δρόμο.
Έβανα εμπρός το αυτοκίνητο ξεκινούσα οδηγώντας στους έρημους δρόμους της Νέας Υόρκης, κρατώντας το τιμόνι, σφιχτά με τα δυο μου χέρια, μέχρι να συνειδητοποιήσω που βρισκόμουν. Στη διαδρομή κοίταζα τ’ άστρα, το φεγγάρι αν υπήρχαν, αν όχι κοίταζα τη μαύρη μούχλα που ήταν ντυμένοι οι δρόμοι, τότε άρχιζαν τα όνειρα, αυτά μου έδιναν ένα θάρρος να συνεχίζω να υπάρχω, ένα πείσμα να νικήσω τη ζωή, την ξενιτιά, τις περιστάσεις, μέχρι να έρθει η λευτεριά, μέχρι να ξαναβρώ τον εαυτό μου, έτσι νόμιζα. Γυρίζοντας μια μέρα στο μέρος μου, θα εύρισκα αυτά που άφησα, αυτά που ήξερα. Μια ουτοπία που τόξερα ότι ήταν ουτοπία, έλα όμως που χωρίς αυτή την πίστη, η ζωή θα ήταν ωμή, άθρησκη, απαίσια. Μου φαινόταν βουνό η πράξη της προσαρμογής. Θεέ μου τι μαρτύριο ήταν οι σκέψεις αυτές, σκέψεις που ροκάνιζαν το μυαλό και μου μετέφεραν το νόστο για τον ήλιο που έλαμπε στο χωριό μου, στην Πύλαρό μου, για τα πέτρινα ξεροχώραφα, αυτά που η κάθε τους σπιθαμή ήταν ποτισμένη με σταγόνες παιδικού αθώου ιδρώτα, αυτές οι πέτρινες φλέβες χώματος που έσκαβα για να πέσει ο σπόρος για μια φτωχική σοδειά. Αυτά τα άγονα μέρη, αυτές οι βουνοκορφές είναι ένα κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας, αυτής που με τη βία ξεριζώθηκε, απ’ τον τόπο μας, τότε που το φάσμα της ανεργίας, της φτώχειας, της πείνας, του εμφυλίου μας σκότωνε, μιας αθώας ηλικίας που χάθηκε στα γρανάζια της δουλο-μετανάστευσης, ίσως προς όφελος του τότε ελληνικού κατεστημένου.
Δεν φταίω όμως εγώ, η Νέα Υόρκη Δεν έχει ομοιογενή πληθυσμό, είναι γεμάτη από γκέτο από όλες τις φυλές του κόσμου, κάτι που σε κάνει να ψάχνεις που ανήκεις, η κουλτούρα σου, τα πιστεύω σου, ψάχνεις για κοινά σημεία σκέψης, ερευνάς τους αφομοιωθέντας συμπατριώτες σου, παρατηρείς τους οικονομικά εύρωστους, δεν συμφωνείς στα πιστεύω τους, κοιτάς τριγύρω σου η μοναξιά σε αγκαλιάζει, μένεις αιωρούμενος αντλώντας δύναμη απ’ το παρελθόν.
Τέρμα τα όνειρα, έφθασα στον προορισμό μου, εκεί που έπρεπε για το μεροκάματο.
Μια αρμαθιά κλειδιά ήταν στις τσέπες μου. 4 η ώρα πρωινή, παρκάριζα στην άκρη του δρόμου και περίμενα να έρθει από την αντίθετη πλευρά κι ένα άλλο αυτοκίνητο ενός μεξικανού λαθραίου, εργάτη του εστιατορίου. Απότομα σταματούσαν οι σκέψεις. Περίμενα και φοβόμουν τη νυχτερινή μοναξιά, σε μια γειτονιά του Νότιου Μπρονξ όπου στους δρόμους ήταν επικίνδυνη η κυκλοφορία. Δεν κυκλοφορούσε κανένας πριν φέξει, έτσι όταν έβλεπα τα φώτα του άλλου αυτοκινήτου που ερχόταν από την αντίθετη πλευρά έπαιρνα θάρρος, σκεφτόμουν, 'έλα πάλι τυχερός ήμουν,' άλλη μια μέρα που φάνηκε συνεπής και ήρθε στη δουλειά του, ο μεξικανός. Πάντα είχα ένα μικρό αγκάθι αμφιβολίας αν τα φώτα του αντιθέτου ερχόμενου αυτοκινήτου δεν ήταν αυτά που περίμενα εγώ. Μαζί ανοίγαμε την πόρτα της αυλής αυτής που χρησιμοποιούσαμε για πάρκινγκ και μπαίναμε στο μαγαζί ένα εστιατόριο παλαιού τύπου σαν βαγόνι τρένου. Κλειδώναμε την πόρτα πίσω μας μέχρι να φέξη ώστε να έρθουν και οι υπόλοιποι εργάτες και παρασκευάζαμε το μενού της ημέρας, αρχίζοντας από το κολατσιό…
Κάθε μέρα που ξημέρωνε ένας καινούργιος ήλιος ανέτειλε στον ορίζοντα, αλλά ήταν ένας ήλιος της νύχτας, που για άλλη μια φορά ήταν γεμάτος ουτοπικές, ανεκπλήρωτες επιθυμίες.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)