Τρίτη, 17 Μαρτίου 2009

H ιστορία μιας καραμπίνας

Coffee time των 10, ο ανθυποπλοίαρχος από Αργοστόλι Κεφαλονιάς Κώστας Κ. και ο Γαβριήλ από Πύλαρο Κεφαλονιάς στο αριστερό φτερό της γέφυρας.

Στην κουζίνα του βαποριού, εν πλω κουτσοπίνοντας ρούμι από την Κούβα, από αριστερά ο μάγειρας από την Κίμωλο, ο λοστρόμος από την Ύδρα, ο θερμαστής από τη Σάμο, ο Σαράντος από τη Μάνη, ο Γαβριήλ από Κεφαλονιά.


Η ιστορία μιας καραμπίνας,

Ήταν ένα μικρό βαπόρι με τρία αμπάρια, δυο πλώρα κι ένα πρίμα. Στην μέση ήταν η γέφυρα, η μηχανή, τα δωμάτια και η τραπεζαρία των αξιωματικών, των μάγειρο-καμαρότων και η κουζίνα.
Στην πρύμη ήταν τα δωμάτια του κατωτέρου πληρώματος και η τραπεζαρία τους. Για χρόνια ταξιδεύαμε με γενικό φορτίο ανάμεσα Βόρεια- Nότια Αμερική και Καραϊβική. Σημαία Παναμά.
Πλοίαρχος ο καπετάν Γιάννης Ξ. από τα Καρδάμυλα Χίου.
Ανθυποπλοίαρχος ο Κώστας Κ. από το Αργοστόλι Κεφαλονιάς.
Καμαρότος ο Σαράντος Χ. από τη Μάνη.
Ο Σαράντος από τη Μάνη, ήταν από αυτούς του πολεμικού ναυτικού που είχαν στασιάσει στην Αίγυπτο επί κατοχής και οι άγγλοι τους είχαν κλείσει στα σύρματα. Όταν απελευθερώθηκε η Ελλάδα ξέπεσε ναυτικός. Είχε στην κατοχή του μια καραμπίνα, αυτόματη, έπαιρνε πέντε σφαίρες των 22, τώρα πως την είχε φέρει μέσα κανείς δεν ήξερε. Την είχε γυαλισμένη και την φύλαγε όρθια στην άκρη της ντουλάπας του δωματίου του. Στα λιμάνια την δήλωνε στο τελωνείο, το οποίο την σφράγιζε μαζί με τα τσιγάρα ποτά κλπ. Έτσι δεν είχε το δικαίωμα να την κυκλοφορήσει.
Στο πέλαγος την έβγανε και σημάδευε κανένα γλάρο, ή έριχνε τουφεκιές στη θάλασσα.
Μερικοί από το πλήρωμα είχαν την μανία της χαρτοπαιξίας, μαζευόταν λοιπόν τη νύχτα στην τραπεζαρία της πρύμης κι έπαιζαν πόκα, μεταξύ αυτών ο Σαράντος και ο ανθυποπλοίαρχος Κώστας. Έπαιζαν με μανία μέχρι να ξημερώσει, είχαν και το καμαροτάκι τους άδειαζε τα τασάκια από τα αποτσίγαρα και τους κουβαλούσε συνέχεια καφέδες, όποιος έπαιρνε την παρτίδα του έβγανε βιδάνιο πάντοτε κάποιος θα έχανε, έτσι δημιουργούταν έχθρες. Πολλές φορές ξημερωνόταν, όσοι δεν είχαν βάρδια χλωμοί, αχτένιστοι έμοιαζαν με κινούμενες κέρινες οπτασίες.
Θα ήταν περίπου 3-4 τα χαράματα εν πλω όταν ο τοίχος του δωματίου μου τραντάχτηκε, από τη δύναμη της πόρτας του διπλανού δωματίου που άνοιξε βίαια ο Σαράντος. Την ίδια στιγμή φωνές ακούστηκαν, κλέφτη, κλέφτη, τρεχάματα, ο Σαράντος άνοιξε την ντουλάπα πήρε την καραμπίνα στο χέρι, βγήκε στο διάδρομο και κυνηγούσε τον ανθυποπλοίαρχο. Είχε κιτρινίσει κι έλεγε ότι τον έπιασε που έκλεβε στα χαρτιά. Ο Ανθυποπλοίαρχος έτρεξε και κλειδώθηκε στο δωμάτιό του που ήταν απέναντι από του καπετάνιου. Ο πλοίαρχος πετάχτηκε επάνω, όπως και όλοι μας όσοι κοιμόμαστε στη μέση, κατέβηκε, έπιασε την καραμπίνα από τα χέρια του Σαράντου, του την πήρε, την έκλεισε στο δωμάτιό του. Μετά πήγαμε όλοι για ύπνο, αλλά τι ύπνο αφού κόντευε να ξημερώσει. Η μανία του τζόγου είναι σαν τα ναρκωτικά, πολύ δύσκολο να ξεμπλέξεις. Όταν κάναμε επισκευή με το ίδιο βαπόρι στο Todd Shipyard Brooklyn και μείναμε για δεξαμενή κλπ, περίπου 30 μέρες ο Σαράντος εξαφανίστηκε, έτσι απότομα ήρθε ένα πρωί γεμάτος λεφτά, είχε κερδίσει στον ιππόδρομο 11.000 δολάρια, ποσό αρκετά μεγάλο για την εποχή εκείνη, ο Μανώλης από τη Σαντορίνη τον έπιασε και τον συμβούλευσε, φύλαξε τα λεφτά σου, γύρνα στη δουλεία δεν βαριέσαι χαμένος κόπος. Δεν σας έχω ανάγκη ρε!!!
Έφυγε, πριν αναχωρήσει το βαπόρι ξαναήρθε, άφραγκος έπιασε δουλειά τούτη τη φορά μάγειρας, όλο καταριόταν την τύχη του, αλλά που θα πάει θα πιάσω την καλή έλεγε μονολογώντας. Περιμένοντας κυκλώνα να περάσει από μπροστά μας φουντάραμε στις Μπαχάμες σε μια ερημική ακτή, εκεί βαλθήκαμε όλοι να ψαρέψουμε, κάτι αλλόκοτα ψάρια άγνωστα σε εμάς. Δεν ξέραμε να τα φάμε ή όχι. Ο Σαράντος στην Αβάνα Κούβας είχε πιάσει φιλενάδα, τα βράδια λοιπόν της πήγαινε φαγητό απ’ το βαπόρι, καθόταν μαζί της κι ερχόταν στο βαπόρι το πρωί, μέχρι που ένα βράδυ όταν το βαπόρι αναχώρησε δεν ήταν μαζί μας. Το επόμενο ταξίδι ο Σαράντος περίμενε το βαπόρι στο μόλο, αλλά ο καπετάνιος αρνήθηκε να του επιτρέψει να ανεβεί πάνω. Έτσι χάσαμε τον Σαράντο. Έμαθα ότι επί Κάστρο για να ζήσει πήγαινε στα βαπόρια κι εξαργύρωνε δολάρια στη μαύρη. Κατέληξε φυλακή. Μετά από χρόνια κάποιος Έλληνας ήρθε ως πλήρωμα με δεξαμενόπλοιο στη Γουατεμάλα, πήγε λοιπόν σπίτι μου και με ζητούσε, δεν ήμουνα είχα πάει στην πρωτεύουσα, άφησε ένα σημείωμα στη γυναίκα μου, ήταν ο Σαράντος. Η καραμπίνα έμεινε στο βαπόρι, έφυγε και ο καπετάνιος, ήμουνα ο μόνος που απέμεινε απ’ τους παλιούς, πήρα την καραμπίνα στην κατοχή μου, έτσι ένα βράδυ στην Μπαρανκίγια Κολομβία την πούλησα σε έναν αστυνομικό για $ 25.00 ήταν το ποσόν ενός τετάρτου του μηνιαίου μισθού ενός ναύτη στο βαπόρι.
Στο Callao Perú κάποιος έφερε πιστόλια ρεβόλβερ γερμανικά των 22, για πούλημα, από περιέργεια αγόρασα ένα, πήγαινα στο μεγάλο ψυγείο κι έκανα σκοποβολή πάνω σ’ ένα σακί με πατάτες. Όμως πολλές φορές μπλόκαρε ο κάλυκας μετά από την εκπυρσοκρότηση έκανε ένα εξόγκωμα προς τα έξω κι αυτό δεν άφηνε το μύλο να γυρίσει. Ρώτησα μου είπαν φταίνε οι κάλυκες, έτσι το είχα πάρει μαζί μου όταν μια φορά στο Tumaco ένα μικρό λιμάνι του Ειρηνικού ωκεανού στην Κολομβία, λίγο πιο νότια από τη Buenaventura κοντά στα σύνορα του Ισημερινού βγήκαμε με παρέα στη Ζούγκλα και κάναμε σκοποβολή, μέχρι που πήγαμε στην Αβάνα Κούβα, επί Κάστρο.
Αγκυροβολήσαμε ήρθε μια διαταγή ότι θα κάνουν έρευνα δια όπλα, ή οτιδήποτε άλλο κλπ. Οπότε φοβήθηκα και πέταξα το πιστόλι στη θάλασσα.
Μετά ξέμπαρκος εργάστηκα ένα διάστημα σε παροπλισμένο βαπόρι στη Νέα Ορλεάνη, ως νυκτοφύλακας άναβα τα φώτα κάθε βράδυ, μέσα δε στο χρηματοκιβώτιο στο δωμάτιο του πλοιάρχου υπήρχε ένα πιστόλι των 38 νίκελ με κοκκαλί χειρολαβή, όχι δεν το πήρα τι να το κάνω; Όταν έφυγα το άφησα εκεί.
Εδώ τελείωσε η συνάφεια μου με τα πυροβόλα όπλα, στα τροπικά μέρη όπου έμενα πάντα είχα μαζί μου ένα machete χαντζάρα, με αυτό κόβαμε τα κλαδιά για να ανοίγουμε μονοπάτι στη ζούγκλα και ήταν κι ένα είδος προστασίας από τα άγρια ζώα, προπαντός αγριογούρουνα, φίδια κλπ… όταν κοιμόμουν το είχα κάτω απ’ το κρεβάτι, ακόμα και τώρα όταν πάω το καλοκαίρι στο έρημο χωριό το βάζω δίπλα μου όρθιο, έτσι πέρυσι που το πρώτο βράδυ με υποδέχθηκαν τρέχοντες ποντίκια σε αυτό στηρίχθηκα να τα κυνηγήσω. Μετά πάντοτε είχα κι έχω έναν σουγιά στην τσέπη μου, είναι ελβετικός, από την πολύ χρήση η λεπίδα του έχει στρογγυλέψει, έχει γίνει κι αυτή σαν κι εμένα γέρασε, δεν ξέρω σε μια μου ανάγκη αν θα μπορεί να τρυπήσει κάτι τι, αν και την χρησιμοποιώ μόνο για ξεφλουδίζω φρούτα. Στην Κεφαλονιά μικρός είχα έναν φτηνό Κολοκοτρώνη τον λέγαμε, που σκούριαζε κάθε λίγο και λιγάκι.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Γαβρίλη,
Δε με εκπλήτει καθόλου ότι ο μανιάτης ναυτικός είχε και όπλο. Κάθε μανιάτης πάντα είχε μαζί του μαχαίρι μαυρομάνικο ή όπλο και το σπίτι τους ήταν (ίσως και τώρα) οπλοστάσιο.
Πάντως δε βλέπω να έχεις επιτυχίες σαν μπιστολέρο ή μαχαιροβγάλτης, συνέχισε λοιπόν το γράψιμο.
Να'σαι καλά,
Νίκος

pylaros είπε...

Νίκο η ζωή έχει διάφορες φάσεις, άλλο τόσο και ο άνθρωπος, η ζωή του περνά από διαφορετικά στάδια, τα δοκιμάζει όλα, μέχρι που κάπου σταλίζει κι από εκεί ξεκινά να γράφει, αυτές τις φάσεις.
Φίλε αυτό συμβήκε και σε εμένα.
Ευχαριστώ

Γαβριήλ

Μηθυμναίος είπε...

Κι εγώ, Γαβρίλη, δεν έπιασα όπλο ποτέ μου παρότι ζούσα σε μια χώρα που ήταν αναγκαίο…
Με το machete που αναφέρεις, ένα εργαλείο πολύ χρήσιμο για τους αγρότες εκεί, αλλά και για την αστυνομία που επέβαλε την τάξη σε διαδηλώσεις με το plan de machete!!!

pylaros είπε...

Φίλε Στράτο,
Στις αναμνήσεις που γράφω, αν και κάπως ξενικές εν τούτοις η ζωή γενικώς των ανθρώπων στην επαρχία της Γουατεμάλας ήταν γύρω απ' το Machete

Όχι, οι χωροφύλακες, ούτε ο στρατός είχαν ποτέ τους τέτοιο αλλά ο λαός, ο απλός κόσμος κυκλοφορούσαν με ματσέτε. Δεν απαγορευόταν, αλλά απαγορευτόταν νε φέρεις μαζί σου σουγιά με λάμα πιο μεγάλη από 4 δάκτυλα.
Επειδή η βλάστηση οργίαζε κάθε μια φορά το μήνα έπρεπε να κόβεις με ματσέτε το πράσινο στην αυλή σου, στις άκρες των δρόμων που έφτανε σαν το μπόϊ σου.
Η καλύτερη μάρκα machete ήταν τα COLINS αγγλικής κατασκευής μάλιστα οι ντόπιοι τα ονόμαζαν "Κολίμας"
Ήταν πιο ακριβά μάλιστα αυτός που είχε Κολίμα ήταν δακτυλοδεικτούμενος από τους άλλους.
Μια ζωή απλή, γεμάτη από έρωτα, ζεστό τροπικό κλίμα, με εξωτικά φρούτα, φρέσκα ψάρια, θαλασσινά, Αλλά πράμα παράξενο, ο ντόπιος κόσμος δεν πήγαινε για μπάνιο στη θάλασσα, μόνο οι ξένοι,ναυτικοί.

Ευχαριστώ
Γαβριήλ

Dennis Kontarinis είπε...

Φίλε Γαβρίλη.
Μας δίνεις πάρα πολύ παραστατικά μιά ακόμη περιπέτεια από τη ναυτική σου ζωή. Με τα όπλα δεν είχα ποτέ μου κάποια σχέση.
Ακόμη και στην αεροπορία που υπηρέτησα γιά 5,5 χρόνια το περίστροφο που μου είχαν δώσει το περέλαβαβ χωρίς ποτέ να το έχω αγγίξει εκτός από το καυ=θάρισμα γιά να μην μου σκουριάσει και μου το χρεώσουν. Χαίρομαι που προτίμησες το γράψιμο από τις σφαίρες.
Νάσαι καλά
Ντένης

pylaros είπε...

Γεια σου Ντένη, Η προτίμηση στα γράμματα από τα όπλα ίσως είχε να κάνει με το μέρος που γεννήθηκα όπου όλοι είχαν όπλα, αποτέλεσμα αιματοκύλησαν τον τόπο.
Γράμματα δεν ήξερε σχεδόν κανένας.
Ευχαριστώ

Γαβριήλ