Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

Κρίση, ένα ανθρώπινο δημιούργημα,

Γήινοι στοχασμοί, το μεγαλείο της φύσης, Πύλαρος
Προβατοκάμηλα (Λάμα) θέματα Πύλαρος



Κρίση, ένα ανθρώπινο δημιούργημα.

Οι κρίσεις αρχίζουν πάντοτε από ανθρώπους, από την ανθρώπινη απληστία, εκτός από την του Τρωικού πολέμου που άρχισε από θεούς με το μήλον της έριδος επειδή οι θεοί μάλωναν αναμεταξύ τους στη γαμήλια τελετή της Θέτιδος, τελικά κέρδισε η ομορφιά της γυναίκας.
Όταν έχτισε ο θεός τον κόσμο κι έφτιαξε τον παράδεισο στην αρχή δημιουργήθηκε κρίση γιατί ο Αδάμ έφαγε τον απαγορευμένο καρπό το μήλο που του πρόσφερε η Εύα. Άρα η αιτία ήταν πάλι το μήλο και η ομορφιά της γυναίκας, έτσι έχασαν τον παράδεισο.
Κρίση οικονομική έχουμε σήμερα, μάλιστα σε παγκόσμιο περιβάλλον, δεν είμαι αρμόδιος να ανακαλύψω την αιτία, αλλά από αυτά που βλέπω γύρω μου, πρώτα ήταν η φούσκα των δανείων, τα οποία έδιναν σε οποιοδήποτε, χωρίς να εξετάζουν αν ο άνθρωπος είχε εργασία ώστε να κερδίζει αρκετά για τα γραμμάτια. Αυτού του ανώνυμου του πρόσφεραν σπίτι να αγοράσει, πολλές φορές χωρίς προκαταβολή που άξιζε χιλιάδες. Αυτός ο ανώνυμος επιπόλαια σκεπτόμενος ‘θα το πάρω τι έχω να χάσω;’ Αν δεν βγαίνω θα το πάρουν πίσω μετά και αφότου θα έχω ζήσει το όνειρό έστω και περαστικό. Μετά οι καταθέσεις σε διάφορες απατεωνίστικες πυραμίδες που αποδείχθηκε σκέτη κλεψιά. Μετά τα μπόνους, τα χρυσά παιδιά, οι αχόρταγοι καπιταλιστές, με την ανεξέλεγκτη χρηματιστική συμπεριφορά τους. Αλλά όπως είπα και πιο πάνω δεν είμαι αρμόδιος να κρίνω την αιτία και τους λόγους, αλλά μόνο να παραθέσω τις αντιδράσεις του ατόμου μου σε διάφορες περασμένες κρίσεις.
Όλοι μας στη ζωή μας έχουμε περάσει αρκετές κρίσεις, παραθέτω μερικές, όπου άφησαν ίχνη πάνω μου.
Η μεγάλη κρίση μετά το τέλος του πολέμου, η πείνα η δυστυχία, ανάγκασε πολλούς από εμάς να ξενιτευτούμε. Έτσι έχασα την Πύλαρό μου.
Ρότερνταμ Ολλανδίας αρχές 1957, για τρεις μήνες κάναμε επισκευή σε βαπόρι, υπήρχε μια κρίση σε ναύλα, έξω στη στεριά ουρά οι ξέμπαρκοι έλληνες ναυτικοί, ζούσαν όπως ο κάθε ένας μπορούσε, ή σερβίροντας σε μπαρ, ή με γυναίκες, ή στο Στέλλα Μάρης Ναυτικό Κλομπ από την πρώτη μέρα που φτάσαμε στο λιμάνι ήρθε ανακοίνωση απ’ το γραφείο, ο μισός μισθός για όλους. Όποιος δεν θέλει θα ξεμπαρκάρει εδώ, ή θα τον στείλουμε στην Ελλάδα, είπα υπομονή μπόρα είναι θα περάσει. Έμεινα με το βαπόρι.
Στο Puerto Barrios Γουατεμάλα ερχόταν τρία βαπόρια αμερικάνικα την εβδομάδα με τουρίστες αυτά τα φορτηγοποστάλε, της United Fruit Co. είχα τρία ταξί δουλειές πολλές.
Μια μέρα η νέα κυβέρνηση της Γουατεμάλας, αποφάσισε να εθνικοποιήσει την περιουσία της United Fruit, σε αντίποινα τα βαπόρια τα αμερικάνικα δεν ξαναήρθαν στη Γουατεμάλα. Υπήρξε μια τοπική κρίση όπου νέκρωσαν τα πάντα.
Τα ταξί δεν έβγαζαν μεροκάματο. Υπομονή λέω μπόρα είναι θα περάσει. Ήταν δεκαετία του 1960-70 έλα όμως που δεν πέρασε.
Μετά στη Νέα Υόρκη δεκαετία τέλη του 1970-80 υπήρξε πάλι μια κρίση, τότε επειδή είχα χάσει τη μόνιμη δουλειά, πήγαινα σε γραφείο εργασίας μου εύρισκε δουλειά μιας μέρας και πλήρωνα ποσοστά. Συνήθως για να κάνω ρεπό σε εργάτες εστιατορίων. Υπομονή λέω θα περάσει.
Τελικά η ζωή μας είναι γεμάτη από κρίσεις, κρίση νευρικής υπερέντασης, κρίση ανάμεσα σε αντρόγυνο, σε φίλους, σε αρρώστιες, κι όταν θα έρθει το τέλος πάλι θα δημιουργηθεί κρίση με τον κλειδοκράτορα Άγιο Πέτρο αν θα ευαρεστηθεί να μας επιτρέψει να περάσουμε στον παράδεισο ή θα μας κατατάξει στους αμαρτωλούς με το αιώνιο πυρ.
Πάντως εδώ κάτω στη γη επειδή η κρίση είναι Men Made ξεπερνιέται, με το να έχουμε στωική υπομονή, φιλοσοφία, και να κατανοήσουμε την γήινη προσωρινότητα μας.

Στις φωτογραφίες, καλοκαίρι 2008 στοχαστική αυτοσυγκέντρωση του εαυτού μου, κοιτάζοντας την άγρια φύση στην περιοχή Θέματα Πυλάρου, με τις προβατοκάμηλους (Λάμα) να μου ανταποδίδουν την έκπληξή τους.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης






Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

Μια ψυχή, πολλές πρωσοπικότητες

Τα πρόβατα πριν σταλίσουν, ηλιοβασίλεμα Πύλαρο

Παρέα μου στην Πύλαρο, το ακίνητο έντομο




Μια ψυχή, πολλές προσωπικότητες.


Αχ! Αυτή η θύμηση, εκδικητική φωλιασμένη στα φυλλοκάρδια της ψυχής μου προσπαθεί να μου δώσει να καταλάβω ότι είμαι ο ίδιος άνθρωπος, αυτός ο ανίδεος που μικρός έφυγα απ’ τον τόπο μου βεβαίως με τη συναίνεση και το σπρώξιμο των μεγάλων διότι μόνος μου ποτέ δεν θα μπορούσα, έστω και να το ήθελα αφού δεν ήξερα τίποτε.
Πριν φτάσω στη σημερινή μου χιονισμένη κατάσταση, στη σημερινή κοινωνία, η ύπαρξή μου πέρασε από πολλά στάδια, ζώντας από δω και από κει, σε πολλά μέρη του πλανήτη. Η ζωή δεν μας χαμογελά πάντοτε, υπάρχουν λανθασμένες κινήσεις του εαυτού μας οι οποίες μας βασανίζουν τη μνήμη, αλλά το θαύμα του να συνεχίζεις να ζεις είναι η ικανότητα του νου να υποτάσσει αυτές τις μνήμες, να τις εξαλείφεις από τη μνήμη σου και να συνεχίσεις τη ζωή σα να μη συνέβη τίποτα. Χρειάζεται θάρρος και μεγάλη αυτοπεποίθηση στον εαυτόν σου
Καμιά φορά συμβαίνει και το παράξενο, να θυμούμαι το μέρος που γεννήθηκα, την πρώιμη παιδική ηλικία, κι ως δια μαγείας να εξαφανίζεται το εν διάμεσο διάστημα, που είναι και το πιο (μακρόβιο) και αμέσως να νιώθω από ανήλικος στο ασπρομάλλης, κι όχι μόνο αυτό αλλά κατά κάποιο τρόπο να αισθάνομαι ένα κρίμα για τον εαυτόν μου γιατί δεν πρόλαβα να γνωρίσω, ή ας το πούμε διαφορετικά να ζήσω την εφηβεία μου φυσιολογικά με πατέρα και μάνα. Πολλές φορές αυτό καταλήγει και σε εχθρικά αισθήματα, γιατί στερήθηκα την φυσική ενηλικίωση, την φυσική ανθρωπιά ανάμεσα σε ανθρώπους, αυτή που παίζει προτεραιότητα στην διαμόρφωση ενός ανώριμου χαρακτήρα.
Καμιά φορά βλέπω στην τηλεόραση στο ΕΡΤ διάφορα παλαιά ντοκουμέντα, ή επαναπατριζόμενους έλληνες που λένε ότι έχουν μια διχασμένη προσωπικότητα.
Ε! λοιπόν μέσα σε αυτά τα όρια με νοσταλγία προσπαθώ να ανακατατάξω τον εαυτόν μου, ή μάλλον βρίσκω τον εαυτόν μου, με μιας σβήνετε το ενδιάμεσο διάστημα και είμαι εγώ ο ίδιος όπως όταν έφυγα, μόνο ότι και το μέρος που άφησα δεν υπάρχει πλέον, όπως είναι φυσικό έχει αλλάξει, οπότε μένω αιωρούμενος σε ένα άγνωστο διάστημα, όπου αναγκαστικά παίρνω τις προσωπικότητες από τα μέρη που έχω ζήσει, από αυτά που έχω εμπειρίες.
Πότε γίνομαι ναυτικός, πότε σπανιόλος, πότε εξερευνητής στη ζούγκλα, πότε αμερικάνος, αλλά το έλληνας δεν ξε-κολάει από πάνω μου, πάντα βγαίνει στην επιφάνεια η ελληνική ψυχή κι ας έχω ζήσει τα λιγότερα χρόνια στην Ελλάδα.
Είναι η τύχη, το πεπρωμένο αυτών που ξενιτεύονται, να αλλάζουν σε πλούσιες πολυδιάστατες προσωπικότητες, σαν το φίδι όπου αλλάζει φιδοπουκάμισα, αλλά παραμένει πάντα φίδι, έτσι κι αυτοί έχουν μια αναλλοίωτη ψυχή που δεν αλλάζει. Τι είναι αυτά που με κάνουν ευτυχισμένο μα αυτά τα μικρά πράγματα, δώρα της φύσης, τα δένδρα, το μικρό αυτό έντομο που ακίνητο με κοιτά με απορία, η ηλιοχάραξη, αυτό το ξερό το χώμα που πατώ που κάποτε μικρός το έσκαφτα και περίμενα να πρασινίσει, το δένδρο της δάφνης ήταν και κάτι κυδωνιές αλλά ξεράθηκαν. Η σπηλιά που με προστάτευε απ’ την βροχή, στην εποχή συγκομιδής του ελαιοκάρπου, τα κυπαρίσσια, τα κοτσύφια που τρέχουν ανάμεσα μας, τα βελάσματα και τα κουδούνια από τα πρόβατα, και η συντροφιά από το μακρινό νυχτερινό αλύχτισμα σκύλου.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2009

H ιστορία μιας καραμπίνας

Coffee time των 10, ο ανθυποπλοίαρχος από Αργοστόλι Κεφαλονιάς Κώστας Κ. και ο Γαβριήλ από Πύλαρο Κεφαλονιάς στο αριστερό φτερό της γέφυρας.

Στην κουζίνα του βαποριού, εν πλω κουτσοπίνοντας ρούμι από την Κούβα, από αριστερά ο μάγειρας από την Κίμωλο, ο λοστρόμος από την Ύδρα, ο θερμαστής από τη Σάμο, ο Σαράντος από τη Μάνη, ο Γαβριήλ από Κεφαλονιά.


Η ιστορία μιας καραμπίνας,

Ήταν ένα μικρό βαπόρι με τρία αμπάρια, δυο πλώρα κι ένα πρίμα. Στην μέση ήταν η γέφυρα, η μηχανή, τα δωμάτια και η τραπεζαρία των αξιωματικών, των μάγειρο-καμαρότων και η κουζίνα.
Στην πρύμη ήταν τα δωμάτια του κατωτέρου πληρώματος και η τραπεζαρία τους. Για χρόνια ταξιδεύαμε με γενικό φορτίο ανάμεσα Βόρεια- Nότια Αμερική και Καραϊβική. Σημαία Παναμά.
Πλοίαρχος ο καπετάν Γιάννης Ξ. από τα Καρδάμυλα Χίου.
Ανθυποπλοίαρχος ο Κώστας Κ. από το Αργοστόλι Κεφαλονιάς.
Καμαρότος ο Σαράντος Χ. από τη Μάνη.
Ο Σαράντος από τη Μάνη, ήταν από αυτούς του πολεμικού ναυτικού που είχαν στασιάσει στην Αίγυπτο επί κατοχής και οι άγγλοι τους είχαν κλείσει στα σύρματα. Όταν απελευθερώθηκε η Ελλάδα ξέπεσε ναυτικός. Είχε στην κατοχή του μια καραμπίνα, αυτόματη, έπαιρνε πέντε σφαίρες των 22, τώρα πως την είχε φέρει μέσα κανείς δεν ήξερε. Την είχε γυαλισμένη και την φύλαγε όρθια στην άκρη της ντουλάπας του δωματίου του. Στα λιμάνια την δήλωνε στο τελωνείο, το οποίο την σφράγιζε μαζί με τα τσιγάρα ποτά κλπ. Έτσι δεν είχε το δικαίωμα να την κυκλοφορήσει.
Στο πέλαγος την έβγανε και σημάδευε κανένα γλάρο, ή έριχνε τουφεκιές στη θάλασσα.
Μερικοί από το πλήρωμα είχαν την μανία της χαρτοπαιξίας, μαζευόταν λοιπόν τη νύχτα στην τραπεζαρία της πρύμης κι έπαιζαν πόκα, μεταξύ αυτών ο Σαράντος και ο ανθυποπλοίαρχος Κώστας. Έπαιζαν με μανία μέχρι να ξημερώσει, είχαν και το καμαροτάκι τους άδειαζε τα τασάκια από τα αποτσίγαρα και τους κουβαλούσε συνέχεια καφέδες, όποιος έπαιρνε την παρτίδα του έβγανε βιδάνιο πάντοτε κάποιος θα έχανε, έτσι δημιουργούταν έχθρες. Πολλές φορές ξημερωνόταν, όσοι δεν είχαν βάρδια χλωμοί, αχτένιστοι έμοιαζαν με κινούμενες κέρινες οπτασίες.
Θα ήταν περίπου 3-4 τα χαράματα εν πλω όταν ο τοίχος του δωματίου μου τραντάχτηκε, από τη δύναμη της πόρτας του διπλανού δωματίου που άνοιξε βίαια ο Σαράντος. Την ίδια στιγμή φωνές ακούστηκαν, κλέφτη, κλέφτη, τρεχάματα, ο Σαράντος άνοιξε την ντουλάπα πήρε την καραμπίνα στο χέρι, βγήκε στο διάδρομο και κυνηγούσε τον ανθυποπλοίαρχο. Είχε κιτρινίσει κι έλεγε ότι τον έπιασε που έκλεβε στα χαρτιά. Ο Ανθυποπλοίαρχος έτρεξε και κλειδώθηκε στο δωμάτιό του που ήταν απέναντι από του καπετάνιου. Ο πλοίαρχος πετάχτηκε επάνω, όπως και όλοι μας όσοι κοιμόμαστε στη μέση, κατέβηκε, έπιασε την καραμπίνα από τα χέρια του Σαράντου, του την πήρε, την έκλεισε στο δωμάτιό του. Μετά πήγαμε όλοι για ύπνο, αλλά τι ύπνο αφού κόντευε να ξημερώσει. Η μανία του τζόγου είναι σαν τα ναρκωτικά, πολύ δύσκολο να ξεμπλέξεις. Όταν κάναμε επισκευή με το ίδιο βαπόρι στο Todd Shipyard Brooklyn και μείναμε για δεξαμενή κλπ, περίπου 30 μέρες ο Σαράντος εξαφανίστηκε, έτσι απότομα ήρθε ένα πρωί γεμάτος λεφτά, είχε κερδίσει στον ιππόδρομο 11.000 δολάρια, ποσό αρκετά μεγάλο για την εποχή εκείνη, ο Μανώλης από τη Σαντορίνη τον έπιασε και τον συμβούλευσε, φύλαξε τα λεφτά σου, γύρνα στη δουλεία δεν βαριέσαι χαμένος κόπος. Δεν σας έχω ανάγκη ρε!!!
Έφυγε, πριν αναχωρήσει το βαπόρι ξαναήρθε, άφραγκος έπιασε δουλειά τούτη τη φορά μάγειρας, όλο καταριόταν την τύχη του, αλλά που θα πάει θα πιάσω την καλή έλεγε μονολογώντας. Περιμένοντας κυκλώνα να περάσει από μπροστά μας φουντάραμε στις Μπαχάμες σε μια ερημική ακτή, εκεί βαλθήκαμε όλοι να ψαρέψουμε, κάτι αλλόκοτα ψάρια άγνωστα σε εμάς. Δεν ξέραμε να τα φάμε ή όχι. Ο Σαράντος στην Αβάνα Κούβας είχε πιάσει φιλενάδα, τα βράδια λοιπόν της πήγαινε φαγητό απ’ το βαπόρι, καθόταν μαζί της κι ερχόταν στο βαπόρι το πρωί, μέχρι που ένα βράδυ όταν το βαπόρι αναχώρησε δεν ήταν μαζί μας. Το επόμενο ταξίδι ο Σαράντος περίμενε το βαπόρι στο μόλο, αλλά ο καπετάνιος αρνήθηκε να του επιτρέψει να ανεβεί πάνω. Έτσι χάσαμε τον Σαράντο. Έμαθα ότι επί Κάστρο για να ζήσει πήγαινε στα βαπόρια κι εξαργύρωνε δολάρια στη μαύρη. Κατέληξε φυλακή. Μετά από χρόνια κάποιος Έλληνας ήρθε ως πλήρωμα με δεξαμενόπλοιο στη Γουατεμάλα, πήγε λοιπόν σπίτι μου και με ζητούσε, δεν ήμουνα είχα πάει στην πρωτεύουσα, άφησε ένα σημείωμα στη γυναίκα μου, ήταν ο Σαράντος. Η καραμπίνα έμεινε στο βαπόρι, έφυγε και ο καπετάνιος, ήμουνα ο μόνος που απέμεινε απ’ τους παλιούς, πήρα την καραμπίνα στην κατοχή μου, έτσι ένα βράδυ στην Μπαρανκίγια Κολομβία την πούλησα σε έναν αστυνομικό για $ 25.00 ήταν το ποσόν ενός τετάρτου του μηνιαίου μισθού ενός ναύτη στο βαπόρι.
Στο Callao Perú κάποιος έφερε πιστόλια ρεβόλβερ γερμανικά των 22, για πούλημα, από περιέργεια αγόρασα ένα, πήγαινα στο μεγάλο ψυγείο κι έκανα σκοποβολή πάνω σ’ ένα σακί με πατάτες. Όμως πολλές φορές μπλόκαρε ο κάλυκας μετά από την εκπυρσοκρότηση έκανε ένα εξόγκωμα προς τα έξω κι αυτό δεν άφηνε το μύλο να γυρίσει. Ρώτησα μου είπαν φταίνε οι κάλυκες, έτσι το είχα πάρει μαζί μου όταν μια φορά στο Tumaco ένα μικρό λιμάνι του Ειρηνικού ωκεανού στην Κολομβία, λίγο πιο νότια από τη Buenaventura κοντά στα σύνορα του Ισημερινού βγήκαμε με παρέα στη Ζούγκλα και κάναμε σκοποβολή, μέχρι που πήγαμε στην Αβάνα Κούβα, επί Κάστρο.
Αγκυροβολήσαμε ήρθε μια διαταγή ότι θα κάνουν έρευνα δια όπλα, ή οτιδήποτε άλλο κλπ. Οπότε φοβήθηκα και πέταξα το πιστόλι στη θάλασσα.
Μετά ξέμπαρκος εργάστηκα ένα διάστημα σε παροπλισμένο βαπόρι στη Νέα Ορλεάνη, ως νυκτοφύλακας άναβα τα φώτα κάθε βράδυ, μέσα δε στο χρηματοκιβώτιο στο δωμάτιο του πλοιάρχου υπήρχε ένα πιστόλι των 38 νίκελ με κοκκαλί χειρολαβή, όχι δεν το πήρα τι να το κάνω; Όταν έφυγα το άφησα εκεί.
Εδώ τελείωσε η συνάφεια μου με τα πυροβόλα όπλα, στα τροπικά μέρη όπου έμενα πάντα είχα μαζί μου ένα machete χαντζάρα, με αυτό κόβαμε τα κλαδιά για να ανοίγουμε μονοπάτι στη ζούγκλα και ήταν κι ένα είδος προστασίας από τα άγρια ζώα, προπαντός αγριογούρουνα, φίδια κλπ… όταν κοιμόμουν το είχα κάτω απ’ το κρεβάτι, ακόμα και τώρα όταν πάω το καλοκαίρι στο έρημο χωριό το βάζω δίπλα μου όρθιο, έτσι πέρυσι που το πρώτο βράδυ με υποδέχθηκαν τρέχοντες ποντίκια σε αυτό στηρίχθηκα να τα κυνηγήσω. Μετά πάντοτε είχα κι έχω έναν σουγιά στην τσέπη μου, είναι ελβετικός, από την πολύ χρήση η λεπίδα του έχει στρογγυλέψει, έχει γίνει κι αυτή σαν κι εμένα γέρασε, δεν ξέρω σε μια μου ανάγκη αν θα μπορεί να τρυπήσει κάτι τι, αν και την χρησιμοποιώ μόνο για ξεφλουδίζω φρούτα. Στην Κεφαλονιά μικρός είχα έναν φτηνό Κολοκοτρώνη τον λέγαμε, που σκούριαζε κάθε λίγο και λιγάκι.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2009

Έκπληξη,

Ενσταντανέ πριν αρχίσει το συμπόσιο
Η συγγραφέας, Υιώτα Στρατή, ο Δημήτρης Στρατής, ο captain Χρήστος Βρετός, ο Γαβριήλ Παναγιωσούλης



Συναντηθήκαμε στην Αστόρια στο ΗΦΑΙΣΤΟΣ, Λημνιακό σπίτι Παρασκευή 13 Μαρτίου 7 απογευματινή όπου είχαμε πάει με φόρτσα να διαβάσουμε ποίηση, πρόζα, αντί αυτού φίλοι και γνωστοί αποφάσισαν να μας ξεκουράσουν από την ανάγνωση των πονημάτων μας, απ’ του νου τα αινίγματα, απ’ τους λαβυρίνθους της ψυχής, απ’ τα προβλήματα της σκέψης. Μας περίμενε μια έκπληξη, μας υποδέχθηκαν με φαγητά σαρακοστιανά ένεκα που εόρταζαν κάπως καθυστερημένα την καθαρή Δευτέρα, παλιοί φίλοι και γνωστοί.
Πήραμε κι εμείς μέρος στο συμπόσιο κι αφήσαμε την ανάγνωση των πονημάτων μας για την επόμενη φορά. Οι φωτογραφίες είναι απ’ την αρχή της έκπληξής μας, πριν αρχίσει το συμπόσιο.
Το χαρήκαμε κι ευχαριστηθήκαμε τα σαρακοστιανά εδέσματα, το κόκκινο κρασί, μα προπαντός την κιθάρα και τα τραγούδια του τροβαδούρου, Σεραφείμ Λάζου.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2009

Η Κοινωνία

Μικρογραφία μιας κοινωνίας.

Αυτός που του αρέσει να γράφει, είναι γιατί γεννήθηκε έτσι όχι γιατί του ήρθε το άγιο πνεύμα εξ ουρανού. Κι όταν όλη του η ψυχή είναι δοσμένη στο γράψιμο, όταν πάει κάτι στραβά ε! αυτό τον απογοητεύει, δοκιμάζει να αλλάξει χόμπι, να πάει σε καφενεία να παίξει πρέφα, Θανάση, στα καζίνα, δεν βαριέσαι χαμένος κόπος , γυρίζει πάλι και πέφτει στον λάκκο, στο λάκκο της πένας. Γύρω απ’ αυτόν υπάρχει μια διαφορετική κοινωνία ένα ωμό αδιάφορο κερδοσκοπικό κατεστημένο, καραδοκούν οι εκτυπωτές, αγαναχτεί, από τα απόκρυφα της τόσο ακριβής τέχνης εκτύπωσης, προπαντός οι γράφοντες ελληνικά σε ένα ξενόγλωσσο κατεστημένο όπου οι ίδιοι στερούνται τις ευκολίες προώθησης των γραπτών τους σε digital form της αγγλικής γλώσσας. Και όλα αυτά για να δουν τον μόχθο της σκέψης τους τυπωμένο σε χαρτί σε φόρμα βιβλίου, έτσι για να μην χαθούν, για να μπει στα αρχεία μιας βιβλιοθήκης, για να το απολαύσουν και οι γήινοι αναγνώστες οι οποίοι είναι απλοί άνθρωποι αυτοί που αναζητούν στο διάβασμα έναν σύντροφο, στην ακρογιαλιά, στα ταξίδια τους, κάτω απ τη δροσερή σκιά ενός δένδρου, να το κάνουν δώρο σε αγαπημένο πρόσωπο, στη ζεστή θαλπωρή του χειμώνα, λίγο πριν τους πάρει ο ύπνος στο κρεβάτι, αυτοί που αποτελούν την πλειοψηφία.

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η αίθουσα του δικαστηρίου ήταν στο τρίτο όροφο ενός τριώροφου τσιμεντένιου κτηρίου χρωματισμένου πράσινου.
Στον πρώτο όροφο τον μισό τον κατείχε η αστυνομία και τον άλλο μισό τα κρατητήρια.
Τα κρατητήρια είχαν κι ένα μεγάλο τετράγωνο δωμάτιο χωρίς παράθυρα και χωρίς στέγη, για στέγη είχε κάγκελα από σιδηροδρομικές γραμμές. Εκεί έβγαιναν κι έπαιρναν αέρα οι κρατούμενοι. Αν παρατηρούσες από πάνω από το τρίτο όροφο έμοιαζε με τάφο όπου κινούντο διάφορες οπτασίες στο σκοτάδι. Όταν η ματιά σου συναντιόνταν με τους κρατούμενους όλοι σου έκαναν νόημα βάζοντας τα δάχτυλα μπρος στα χείλη να τους πετάξεις κανένα τσιγάρο. Μια βρώμα ουρίας ανέβαινε προς τα πάνω κι έπνιγε αυτούς που κοίταζαν από τον τρίτο όροφο.
Στον δεύτερο όροφο ήταν το ταχυδρομείο, το τηλεγραφείο και άλλα κυβερνητικά γραφεία.
Ο δικαστής ένας χοντρός κάπως φαλακρός έστειλε έναν χωροφύλακα να με ειδοποιήσει ότι ήθελε να μου μιλήσει.
Πράγματι πήγα.
Ξέρεις μου λέει, εδώ έχουμε στη φυλακή δυο έλληνες ναυτικούς νεαρά παιδιά, οι άνθρωποι δεν μιλάν Ισπανικά, σε θέλουμε λοιπόν να μας κάνεις τον διερμηνέα.
Στη μέση του τραπεζιού κάθισε ο δικαστής, αριστερά κάθισε ο γραμματέας, με μια χειροκίνητη γραφομηχανή με χαρτί και καρμπόν, απέναντί του κάθισα εγώ, όρθιοι οι κατηγορούμενοι.
Αφού εξέτασε το κατηγορητήριο διαβάζοντας την υπόθεση, απεφάνθη ότι ήταν ένοχοι γιατί έσπρωξαν ένα ασυρματιστή κολομβιανό από άλλο βαπόρι στα νερά της λίμνης, κι αυτός τους έκανε μήνυση. Όλα έγιναν επειδή αυτός είχε ενοχλήσει τη Μαργκότ φίλη ενός φίλου τους, από το ίδιο βαπόρι. Ο δικαστής τους έδωσε να καταλάβουν ότι για να απελευθερωθούν έπρεπε να πληρώσουν πρόστιμο 200 δολάρια. Τα παιδιά είπαν δεν πληρώνουμε, δεν είμαστε ένοχοι, δεν έχουμε λεφτά. Τότε ξαναγυρίστε στη φυλακή.
Μετά από 15 μέρες ήρθε στην πιάτσα των ταξί και με βρήκε ένας δημοσιογράφος της εφημερίδας «Ο Ταχυδρόμος του Βορρά» κατάλαβα ότι τον είχε στείλει ο δικαστής. Ξέρεις μου λέει πρέπει να πείσεις τους έλληνες να πληρώσουν το πρόστιμο και να βγουν από τη φυλακή, αυτοί είναι καλά παιδιά, δεν είναι κρίμα να είναι μέσα μαζί με επικίνδυνα κακοποιά στοιχεία; Τους επισκέφτηκα στη φυλακή, βρέθηκα σε δίλλημα, προσπάθησα να εξηγήσω στα παιδιά πια ήταν η κατάσταση, αρνήθηκαν για μια ακόμη φορά να πληρώσουν, δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να παραδεχθούν, ότι η κοινωνία είναι σάπια, δεν μετρά το αν είσαι αθώος ή ένοχος αλλά, ποιον γνωρίζεις, τι κουμπί του συστήματος θα βρεις για να ξεμπλέξεις…
Αφού έμειναν αρκετό καιρό φυλακή το βαπόρι γύρισε με έναν καινούργιο καπετάνιο, αυτός ανάλαβε τους έβγαλε και τους μπαρκάρισε πάλι στο βαπόρι…

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2009

Νέα Υόρκη

Κ. Λυκογιάννης, Στέλλα Ζαμπούρου Φόλλεντερ, Σεραφείμ Λάζος, Σπύρος Δαρσινός, Νίκος Λιψάνος.
Νίκος Λιψάνος, Στέλλα Ζαμπούρου Φόλλεντερ, Αντώνης Διαματάρης, Ευάγγελος Διακογιάννης, Κωνσταντίνος Λυκογιάννης, Σπύρος Δαρσινός.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης, Στέλλα Ζαμπούρου Φόλλεντερ, Σπύρος Δαρσινός, Κωνσταντίνος Λυκογιάννης.

Νέα Υόρκη

Η Νέα Υόρκη είναι πάντοτε γεμάτη από ζωή, η οποία πηγάζει από τις διαφορετικές κουλτούρες, μα και από πάρα πολλές Ελληνικές εκδηλώσεις, θεατρικές παραστάσεις και συγκεντρώσεις. Τούτη τη φορά συναντηθήκαμε στα γραφεία της εφημερίδας Εθνικός Κήρυξ, όπου μας τίμησε δια της παρουσίας του απ’ τον Τενεζή όπου διαμένει, ο φίλος Σπύρος Δαρσινός, ποιητής-συγγραφέας.
Είμαστε στην παρέα εκτός του κ. Δαρσινού, ο κ. Αντώνης. Διαματάρης διευθυντής του Εθνικού Κήρυκα,
Η κ. Στέλλα Ζαμπούρου Φόλλεντερ, ο κ. Ευάγγελος Διακογιάννης , ο κ. Δημήτρης Μουστάκης, ο κ Νίκος Λιψάνος, ο κ. Γρηγόρης Τσίγκας, ο εκπαιδευτικός κ. Τιμολέον Κόκκινος, ο κ. Κωνσταντίνος Λυκογιάννης, ο αοιδός κ. Σεραφείμ Λάζος και ο υποφαινόμενος Γαβριήλ Παναγιωσούλη.
Πήρα αρκετές φωτογραφίες αλλά, υπάρχει ένα μεγάλο αλλά , μόνο τρεις θα δημοσιεύσω διότι οι άλλες ένεκα την απειρία μου δεν είχαν επιτυχία.
Μετά επακολούθησε φαγοπότι όσοι προσήλθαν, με κρασί Νεμέας σ’ εστιατόριο της Αστόριας.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2009

Η ζωή, Εν - Πλω!



Όπως ο ναυαγός αρπάζεται από τα κύματα σαν από κάτι στερεό,
Έτσι κι εμείς από τις μνήμες μας σαν να’ χαν κι αυτές μια στερεότητα.

Του ποιητή Νίκου Φωκά, από το βιβλίο ΚΥΜΟΘΟΗ



Η ζωή, Εν- Πλω!

Ο Σαράντος, ένας μανιάτης καμαρότος που μας είχε έρθει από τα σύρματα της Αιγύπτου, από την πρύμνη του βαποριού έριχνε την πετονιά στον αέρα ένα αγκίστρι με δόλωμα έπιανε γλάρους στο πέλαγος κι έτρωγε μόνο το στήθος τους ψητό στο μαντέμι της κουζίνας.
*

Στον ειρηνικό ωκεανό στο νότιο ημισφαίριο είμαστε αγκυροβολημένοι ‘αρόδου’ στο λιμάνι της Tocopilla Χιλή, ρίχναμε καθετές για ψάρεμα σε μια πιάστηκε ένα καλαμάρι περίπου ενάμιση μέτρο, για να το φέρουμε πάνω στο βαπόρι ρίξαμε ένα άδειο βαρέλι πετρελαίου με τρύπες αυτό των 55 γαλονιών το βάλαμε μέσα και με τη μπίγα το ανεβάσαμε στη κουβέρτα. Ήταν σκληρό δεν τρωγόταν ο δε ανθυποπλοίαρχος, ο καπετάν Γεράσιμος Λουκάτος καθάρισε και πήρε ως ενθύμιο την σπονδυλική του στήλη ‘αν μπορεί να λεχθεί έτσι’ αυτό που μοιάζει σαν πλαστικό που έχει μέσα του το καλαμάρι.
*
Μια λιχουδιά ήταν τα χελιδονόψαρα, όταν το βαπόρι ήταν φορτωμένο πετούσαν κι έσπαζαν τα μούτρα τους στο κατάστρωμα επάνω, έτσι όποιος σηκωνόταν πρωί συνήθως οι βάρδια των 4-8 μάζευαν τα ψάρια απ’ το κατάστρωμα, βάζαμε λίγο αλάτι πάνω στο μαντέμι της κουζίνας για να μην κολλήσουν τα πετάγαμε επάνω έτσι ακαθάριστα με τα λέπια, και τα τρώγαμε επί τόπου.
*

Για ψήσιμο του καφέ για γρήγορα χρησιμοποιούσα ένα κουτί από γάλα εβαπορέ με ένα μακρύ σύρμα για χερούλι, άνοιγα το μαντέμι της κουζίνας και το έβανα στην φλόγα, που παρήγαγε το μοτέρ πετρελαίου.
Όταν ο Ποσειδώνας χτυπούσε την τρίαινά του κι άφριζαν τα κύματα, βάζαμε κάγκελα στην κουζίνα δέναμε τις κατσαρόλες κι ανοίγαμε τα πόδια μας για να κρατάμε ισορροπία.
*
Το όνειρό μου ήτα να γίνω ασυρματιστής, έτσι όταν πήγαινα καφέδες στη βάρδια στη γέφυρα, περνούσα από το chartroom ‘Τσάρτρουμ’ και έμπαινα στου Mαρκόνι το βασίλειο, ασυρματιστής ένα καλό παιδί από την Πάρο μου εξηγούσε τα καθέκαστα. Μου μάθαινε τα σήματα μορς και κοίταζα με δέος ένα μεγάλο ραδιόφωνο Halicrafter όπου προσπαθούσε να πιάσει το ΕΔΩ ΑΘΗΝΑ. Μάταιος κόπος δεν ακουγόταν τίποτα. Παρακολουθούσα το ρολόι με το GMT και την κόκκινη δια-σταυρωτική του λουρίδα και ο Μαρκόνης μου εξηγούσε τι εννοεί... δεν πρόλαβα να μάθω, μας πρόλαβε η καινούργια τεχνολογία, η οποία έβαλε τα σήματα μορς στη ναφθαλίνη, μια τέχνη περασμένης εποχής.

Μια ναυτική ζωή, όπου άφησε στη μνήμη μου ανεξίτηλες στιγμές πρωτόγνωρης εφηβείας.

*



Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2009

χιόνια, 2 Μαρτίου 2009

Κοιτάζω για τον ανύπαρκτο ουρανό.

Το πίσω μέρος με την βεράντα
.
Ο χιονισμένος άνθρωπος
.
Η πίσω αυλή χιονισμένη
.

Η πρώσοψη του σπιτιού χιονοσμένο, Μάρτης 2009
.
Μερικές φωτογραφίες απ' τα Μαρτιάτικα χιόνια της Νέας Υόρκης,
Γαβριήλ Παναγιωσούλης
.